Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Κρατάς τον χρόνο σαν άμμο και νομίζεις πως τον ελέγχεις.
Τον σφίγγεις λίγο περισσότερο. Βάζεις στόχους. Υποχρεώσεις. Προγράμματα. Αναβολές. «Από Δευτέρα». «Από Σεπτέμβρη». «Όταν ηρεμήσουν τα πράγματα». «Όταν βρω χρόνο». Λες και ο χρόνος είναι υπάλληλός σου. Λες και κάθεται απέναντι, υπομονετικός, περιμένοντας πότε θα αποφασίσεις να ζήσεις.
Μόνο που ο χρόνος δεν περιμένει ποτέ κανέναν.
Φεύγει αθόρυβα.
Όπως έφυγαν άνθρωποι που νόμιζες πως θα είναι για πάντα εδώ. Όπως έφυγαν χρόνια που κάποτε σου φαίνονταν ατελείωτα. Όπως έφυγε εκείνη η εκδοχή σου που γελούσε πιο εύκολα, που δεν υπερανέλυε τα πάντα, που δεν φοβόταν τόσο πολύ.
Και μια μέρα ξυπνάς.
Και ανακαλύπτεις ότι ξόδεψες πολύ ζωή σε λάθος πράγματα.
Σε ανθρώπους που δεν ήξεραν να αγαπούν χωρίς να πληγώνουν. Σε δουλειές που σου έτρωγαν ψυχή και τις βάφτισες «υποχρέωση». Σε φόβους που δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα. Σε δεύτερες σκέψεις. Σε τρίτες ευκαιρίες. Σε «μήπως». Σε «αν».
Ξέρεις τι πονάει πιο πολύ;
Δεν είναι τα λάθη.
Είναι τα χρόνια που χάθηκαν προσπαθώντας να γίνεις αποδεκτός από ανθρώπους που δεν θα σε καταλάβαιναν ποτέ.
Είναι οι φορές που μίκρυνες τον εαυτό σου για να χωρέσεις.
Οι φορές που κατάπιες λέξεις.
Οι φορές που πρόδωσες το ένστικτό σου ενώ ήξερες.
Γιατί πάντα ξέρουμε.
Απλώς ελπίζουμε να κάνουμε λάθος.
Μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις κάτι επικίνδυνο.
Η ζωή δεν σου κλέβεται μόνο από τους άλλους.
Τη χαρίζεις κι εσύ.
Λίγο λίγο.
Σε πράγματα που δεν αξίζουν τόσο χώρο μέσα σου.
Και κάπου εκεί αλλάζουν όλα.
Όταν σταματήσεις να ζεις σαν να έχεις άπειρο χρόνο.
Όταν καταλάβεις πως δεν ήρθες εδώ για να επιβιώνεις.
Ήρθες εδώ για να νιώθεις.
Να καίγεσαι.
Να χάνεις.
Να ξανασηκώνεσαι.
Γιατί στο τέλος δεν θα θυμάσαι πόσες ώρες δούλεψες.
Θα θυμάσαι πού ξόδεψες την καρδιά σου.
