Γράφει η Γεώρα
Σου άπλωσα το χέρι μου και σου είπα “Είμαι εδώ!”
Σ’αγαπάω, τ’ ακούς; Σε επιλέγω, τ΄ακούς; Σε όλες τις δυσκολίες, είμαι εδώ! Στις εξάρσεις σου, στις πίκρες σου, στους φόβους σου. Είμαι εδώ, για σένα, τ΄ακούς;
Σ΄αγαπάω και έχω προσπαθήσει για σένα, όσο για κανέναν άλλον.
Σε έχω συγχωρέσει, γιατί σ’αγαπάω και θέλω να είμαστε μέρος ο ένας της ζωής του άλλου. Σε έχω συγχωρέσει, όχι μόνο γιατί σε αγαπάω, αλλά γιατί βλέπω πως προσπαθείς και εσύ. Σου είναι δύσκολο, μα κάνεις βήματα. Μικρά, μα κάνεις βήματα, προς εμάς.
Γιατί όμως τώρα; Γιατί μας εγκαταλείπεις; Γιατί ρε γαμώτο. Γιατί να με πονέσεις τόσο;
Κυλούν δάκρυα ασταμάτητα από τα μάτια και δε βγαίνει άχνα. Κλαίω βουβά. Πονάω μέσα μου, γιατί νιώθω για σένα τόσα πολλά. Γιατί είσαι ο σημαντικός μου. Γιατί δεν το βλέπεις αυτό;
Γιατί με πληγώνεις; Γιατί μας βάζεις φρένο; Γιατί ρε γαμώτο μας αφήνεις; Όχι τώρα, τώρα που κούμπωσαν ου αγκαλιές μας. Γιατί θέλεις τόσο πολύ να με ρημάξεις; Καίει το στήθος μέσα μου. Θέλω να φωνάξω και δεν μπορώ. Δεν έχω τη δύναμη.
Σ’αγαπάω τ΄ακούς; «Και η σιωπή πριν το τέλος μας μοιάζει τόσο με αγάπη μεγάλη».
Εγώ ήθελα εσένα και εσύ εμένα. Γιατί μας σκοτώνεις; Γιατί; Σου άπλωσα το χέρι μου και σου είπα “πάμε! Θα είμαι εδώ σε όλα” και εσύ με άφησες μόνη, με κάτι φθηνές δικαιολογίες το τελείωσες.
Και φοβάμαι αυτό το κενό. Θυμάμαι μια φορά που κοιμόμασταν μαζί, με πήρες αγκαλιά και μου είπες “μη φοβάσαι, είμαι εγώ εδώ.” Τώρα γιατί φεύγεις; Γιατί δεν είσαι εδώ; Γιατί αποφάσισες να με τσακίσεις τόσο;
Πονάει τόσο αυτό το ξεκούμπωμα, που μου καίει όλο μου το σώμα.
Σ΄αγαπάω και πικράθηκα που μας θυσίασες. Που με άφησες να περιμένω να μου σφίξεις το χέρι και με άφησες μόνη. Με τσάκισες κι’όμως ακόμα σ΄αγαπάω.
Σ΄αγαπάω μ΄ακούς; Μέσα σε όλη αυτή την ατελείωτη σιωπή. Σ΄αγαπάω και πονάω. Σ’αγαπάω και αυτό το τέλος με έπνιξε. Με γονάτισε!
Συγχαρητήρια λοιπόν, με διέλυσες! Εμένα που σ΄αγαπάω!
