Γράφει η Κική Γιοβανοπούλου
Κι έρχεται μια στιγμή στη ζωή σου, που κάτι συμβαίνει και σαν να σε ξυπνάει απ’ το λήθαργο που χρόνια βρισκόσουν. Σαν να σκάει η φούσκα στην οποία ζούσες και πέφτεις ξαφνικά στη γη, βλέποντας γύρω σου άγρια θηρία έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Σαν να γκρεμίζονται σε μια στιγμή, όλα τα τείχη που σε προφύλασσαν ως τότε και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με στρατιές εχθρών, που δεν ήξερες καν ότι υπήρχαν.
Πόσο επώδυνη είναι αυτή η στιγμή! Πόσο δύσκολη η συνειδητοποίηση της κακίας, της μοχθηρίας, της πονηριάς, που υπάρχει γύρω μας!
Πόσο μπορεί να σε ξάφνιασε αυτή η πρώτη φορά! Αυτή η φορά που αντιλήφθηκες πως δεν σκέφτονται όλοι αθώα κι ανιδιοτελώς. Αυτή η φορά που κατάλαβες πως δεν έχουν όλοι αγνές και ειλικρινείς προθέσεις. Όταν ένιωσες στο πετσί σου πως όντως υπάρχει το μεγάλο ψάρι που καραδοκεί να κατασπαράξει το μικρό. Όταν όλα αυτά τα αισθάνθηκες πάνω σου, όχι γύρω σου, όχι απλά στη θεωρία. Πόσο μπορεί να σε ξάφνιασε αυτή η πρώτη φορά;
Μεγαλώνεις. Μάχη με τη μάχη, πρόβλημα με το πρόβλημα, παγίδα με την παγίδα. Μεγαλώνεις και δεν είναι τα χρόνια που σε ωριμάζουν. Μεγαλώνεις κι ωριμάζεις εμπειρία με την εμπειρία, επίθεση με την επίθεση, χτύπημα με το χτύπημα.
Μεγαλώνεις και το ξάφνιασμα της αρχής γίνεται όλο και μικρότερο, μέχρι που φτάνεις στο σημείο να ξέρεις τι να περιμένεις, να μπορείς να υπολογίσεις τι θα έρθει, να καταφέρνεις να μαντέψεις τι θα συμβεί. Τα θηρία πια δεν σε εκπλήσσουν, τα πισώπλατα μαχαιρώματα δεν σε ξαφνιάζουν, τα είδες, τα έζησες, τα πάλεψες, τα έμαθες…
Και κάπου εκεί αντιλαμβάνεσαι πως μεγάλωσες. Σ’ εκείνο το σημείο που η κακία αυτού του κόσμου, ακόμη κι αν δεν κατάφερε να σε κάνει όμοιό της, παύει πια να σε εκπλήσσει.
