Γράφει η Κατερίνα Μίσσια
Πως είναι να φτάνεις στα αστέρια; με ρώτησαν.
Το θέμα είναι από που ξεκινάς για να φτάσεις εκεί, απάντησα. Γιατί αν ξεκινάς από τον πάτο είναι αλλιώς. Αν ξεκινάς έστω κι από τον πρώτο όροφο πάλι είναι αλλιώς.
Εγώ λοιπόν τα άγγιξα τα αστέρια. Όχι μόνο τα άγγιξα, έβαλα και μερικά στην τσέπη μου. Ξέρεις όμως δεν ήταν εύκολο. Γιατί το ταξίδι μου μέχρι εκεί ξεκίνησε από τα χαμηλά.
Εκεί που δεν έχει φως κι έχει μόνο σκοτάδι. Εκεί που το οξυγόνο είναι λίγο και δε σου φτάνει να αναπνεύσεις όσο κι αν το προσπαθείς. Εκεί που όσο και να παλέψεις να φωνάξεις δε θα σ’ ακούσει κανείς.
Γιατί κανείς δεν είναι κοντά σου. Κι αν περάσει τυχαία από δίπλα σου κάποιος, έχει τον δικό του πόνο και δεν θα σε ακούσει. Ίσως γιατί δεν μπορεί, μα ίσως και να μη θέλει να κουβαλήσει στην πλάτη του και κάτι δικό σου.
Κοίτα με όμως. Κοιτάμε! Γίνονται και θαύματα! Έτσι ένα θαύμα έγινε και σε μένα. Εκεί που ήμουν στα σκοτάδια τα βαθιά.
Κόσμος πολύς τριγύρω μου. Φωνές δυνατές. Γέλια, μουσικές. Όλα πολύ! Όλα δυνατά! Τόσο δυνατά που κανείς δεν άκουγε τα ουρλιαχτά μου. Και όλοι τους, πίστευαν πως τραγουδάω μαζί τους. Πίστευαν πως αυτό που ακούγεται ήταν το γέλιο μου.
Και κανείς δεν έβλεπε τα μάτια μου. Κανείς εκτός από εκείνον. Πέρασε από δίπλα μου αθόρυβα. Δεν μιλήσαμε εμείς. Μίλησαν απευθείας οι ψυχές μας. Γιατί τις βοήθησαν τα μάτια μας.
Ναι με κοίταξε στα μάτια. Κοίταξα κι εγώ μέσα από τα δάκρυα μου και είδα τα δικά του. Πόσο όμορφα Θεέ μου, μα τόσο σκοτεινά. Τόσο σκοτεινά μα γεμάτα φως. Πώς γίνεται; Γίνεται, αν τα έβλεπες θα το καταλάβαινες.
Είπανε πολλά, είπαμε λίγα και από την πρώτη στιγμή γίναμε ένα. Ξέραμε πόσο μοιάζουμε, ακόμα κι αν διαφέρουμε σε πολλά. Και τα χέρια ενώθηκαν και ο ένας σήκωσε τον άλλον ψηλά.
Γιατί όταν ο ένας έπεφτε, ο άλλος ήταν εκεί και προσπαθούσε. Κι αν δεν τα κατάφερνε ξάπλωνε δίπλα του για να το ζήσουμε μαζί. Γιατί αυτό το μαζί κάνει τη διαφορά. Αυτό το μαζί είναι τα πραγματικά φτερά.
Και έτσι χωρίς να το καταλάβω έφτασα στα αστέρια. Δεν πέρασα απλά από δίπλα τους. Τα άγγιξα. Ίσως να τα αγγίξαμε και οι δυο. Μα εγώ έκλεψα μερικά. Τα έβαλα γρήγορα στην τσέπη και τα κράτησα φυλαχτό.
Τα κράτησα μόνο για ένα λόγο. Γιατί του υποσχέθηκα πως για πάντα, όπου και να’μαι, ό,τι και να κάνω, όταν πέφτει, θα είμαι εκεί. Και σαν νεράιδα, θα του ρίχνω από ψηλά την χρυσόσκονη των δικό μας αστεριών.
Να παίρνει δύναμη, να διώχνει τα σκοτάδια και να νιώθει. Να νιώθει ξανά δυνατός! Να χαμογελάει! Να ζει!
Είδες; Άξιζε τον κόπο να φτάσω μέχρι τα αστέρια.
