Γράφει η Αστέρω
Δεν ξέρω πότε ακριβώς το κατάλαβα.
Ίσως τη στιγμή που σταμάτησα να προσπαθώ να σε πείσω πως μπορούμε να τα νικήσουμε όλα.
Ίσως όταν η σιωπή ανάμεσά μας έγινε πιο δυνατή απ’ τις λέξεις.
Καμιά φορά, όσο κι αν θέλουν και οι δυο, όσο κι αν το παλεύουν, υπάρχουν πράγματα πιο μεγάλα απ’ αυτούς.
Και απλώς… συμβαίνει.
Η ζωή χωρίζει ό,τι η καρδιά προσπαθεί να κρατήσει ενωμένο.
Δεν υπήρξε τέλος.
Κανείς δεν φώναξε, κανείς δεν έφυγε οριστικά.
Απλώς μια μέρα ξύπνησα και ήξερα πως δεν θα είσαι πια εκεί.
Κι όμως δεν έφυγες ποτέ πραγματικά.
Κάπου ανάμεσα στις αναπνοές και στα άδεια βράδια υπάρχεις ακόμα.
Σαν κάτι που δεν τελείωσε, αλλά έμαθε να ζει μέσα στη σιωπή.
Ο έρωτας… δεν πέθανε.
Απλώς άλλαξε μορφή.
Έγινε φωτιά στο στήθος όταν ακούω τη φωνή σου στο μυαλό μου.
Έγινε σκιά που περνάει ανάμεσα στους ανθρώπους και με κοιτάζει για λίγο.
Έγινε φωτιά που δε σβήνει, γιατί κανείς δεν τόλμησε να τη σβήσει.
Καμιά φορά αναρωτιέμαι. Aν συναντηθούμε, θα σε αναγνωρίσω;
Ή μήπως θα είμαστε δυο ξένοι που κουβαλούν την ίδια ανάμνηση;
Δυο άνθρωποι που κάποτε θέλησαν να μείνουν, αλλά δεν μπόρεσαν.
Δυο ψυχές που έμαθαν πως η αγάπη δεν αρκεί πάντα.
Κι όμως, δε μετανιώνω.
Ακόμα κι αν όλα τέλειωσαν πριν αρχίσουν, άξιζε.
Γιατί μέσα σε εκείνο το λίγο, έζησα κάτι αληθινό.
Κάτι που καίει ακόμα όχι για να πονάει, αλλά για να θυμίζει.
Και μένει ο έρωτας να καίει…
Ήσυχα, σκοτεινά, βαθιά μέσα μου.
Σαν φωτιά που δε ζητά να σωθεί.
Mόνο να υπάρχει.
