Γράφει η Serendipity
Κι έτσι μια μέρα ξαφνικά την άφησες να φύγει. Της γύρισες την πλάτη την στιγμή που το μόνο που ήθελε ήταν να της πεις να μείνει. Ποτέ της δεν ήθελε πολλά. Ήξερε πως οι χρόνοι σας ήταν διαφορετικοί. Εσύ χρειαζόσουν λίγο περισσότερο, μα δεν την πείραζε.
Της άνοιξες όμως την πόρτα και με περισσή ευκολία της είπες να περάσει έξω. Λες και ποτέ δεν νιώσατε κάτι, λες και ποτέ δεν μπόρεσες να δεις όλα όσα είδε εκείνη σε εσάς.
Δεν κλαίει πλέον. Λένε πως για κάθε άνθρωπο έχουμε έναν συγκεκριμένο αριθμό δακρύων και για εσένα τα έριξε όλα, ένα προς ένα. Της λείπεις όμως. Της λείπουν εκείνες οι λίγες χαρούμενες στιγμές σας, τα πειράγματα, τα γέλια σας.
Μα αυτές οι στιγμές είναι που την ίδια ώρα την πληγώνουν. Κατάλαβε πως οι στιγμές σας αυτές δεν ήταν αρκετές για να σε κάνουν να παλέψεις για εσάς. Δεν ήταν αρκετές για να σε κάνουν να θες ένα αύριο μαζί της.
Έτσι είναι όμως η ζωή. Όσο κι αν κατάφερε να σε αγαπήσει δεν μπόρεσε να σε κάνει να την αγαπήσεις έστω και στο ελάχιστο.
Το συμπάν σας έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία μα αφήσατε κι αυτή να πάει στράφι. Και το τέλος ήρθε.
Και θα πρέπει να μάθει να ζει πάλι χωρίς εσένα.
Θα πρέπει να μάθει να κρύβει τον πόνο της πίσω από μεγάλα χαμογέλα και δυνατά γέλια. Μα κάπου μέσα της το κορίτσι που σε αγάπησε θα πονάει, θα της λείπεις και θα σε σκέφτεται.
Ίσως η χημεία σας δεν ήταν τόσο δυνατή όσο νόμιζε εκείνη. Ίσως σε κάποια άλλη ζωή.
