Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Δεν είμαι τέλεια. Δεν ήμουν ποτέ.
Έχω τις μέρες μου που χάνομαι, τις σκέψεις μου που μπλέκονται, τις στιγμές που δεν ξέρω κατά πού να πάω. Έχω φωνές μέσα μου που με τραβούν πίσω, φοβίες που δε λέγονται, κόμπους που δε λύνονται με λέξεις. Κάποιες φορές, κουράζομαι ακόμα κι από τον ίδιο μου τον εαυτό.
Κι όμως…
Όταν είσαι δίπλα μου, όλα αυτά δε χάνονται, αλλά ησυχάζουν.
Εσύ δε με κοιτάς με μάτια που ψάχνουν την τελειότητα. Δε ζητάς να είμαι κάτι άλλο, δε με ζυγίζεις σε κανενός τα μέτρα. Με κοιτάς όπως είμαι. Και κάπως, έτσι, αρχίζω να θέλω να γίνω η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου. Όχι για να σε κρατήσω, αλλά γιατί μου δείχνεις πως αξίζει να τολμήσω να είμαι ολόκληρη.
Μου δίνεις γραμμή πλεύσης. Όχι για να με ελέγχεις, όχι για να με καθοδηγείς με επιβολή. Αλλά για να μου θυμίζεις πως δε χρειάζεται να παλεύω μόνη. Μπορούμε να περπατάμε δίπλα-δίπλα, όχι γιατί ταιριάζουμε σε όλα, αλλά γιατί σεβάστηκες τον τρόπο που περπατώ και μου έδωσες χώρο να μάθω και τον δικό σου.
Κι εκεί, κάπου στη μέση αυτής της κοινής πορείας, γεννήθηκε η δύναμη. Όχι η δυνατή γυναίκα που όλοι περιμένουν. Αλλά η ήρεμη, η τρυφερή, η αποφασισμένη. Γιατί είχε κάποιον που της κράτησε το χέρι χωρίς να της το σφίξει, που την άκουσε χωρίς να τη διακόψει, που της είπε «είμαι εδώ» χωρίς να το ζητήσει.
Δεν είμαι τέλεια. Δεν προσπαθώ να είμαι.
Μα δίπλα σου, δε φοβάμαι να εξελίσσομαι. Δεν ντρέπομαι για τις ατέλειες μου. Γιατί εσύ δεν έψαξες μια τέλεια γυναίκα· έψαξες μια αληθινή. Κι αυτό με έκανε να ανθίζω. Όχι με θόρυβο, αλλά με σιγουριά.
Και τώρα ξέρω.
Η τελειότητα δεν είναι ο στόχος. Η σύνδεση είναι. Η συντροφικότητα. Η αλήθεια δύο ψυχών που δεν προσποιούνται, αλλά πορεύονται. Που δε σπρώχνουν ο ένας τον άλλον, αλλά περπατούν πλάι-πλάι.
Κι αυτό, τελικά, είναι το πιο όμορφο που μπορεί να μάς συμβεί. Να μην είμαστε τέλειοι, αλλά να νιώθουμε ολόκληροι, γιατί κάποιος μας κοίταξε και μάς είπε σιωπηλά:
«Έτσι όπως είσαι… είσαι αρκετή.»
