Γράφει η Αστέρω
Υπάρχουν έρωτες που έρχονται στη ζωή μας σαν καταιγίδα. Δε χτυπούν την πόρτα ευγενικά ούτε ζητούν άδεια να μπουν. Παρασύρουν τις βεβαιότητες, ανακατεύουν τα «πρέπει» και αφήνουν πίσω τους μια καρδιά που χτυπά πιο δυνατά απ’ ό,τι συνήθιζε.
Και τότε αρχίζει η μάχη.
Από τη μία η λογική. Εκείνη η γνώριμη φωνή που ψιθυρίζει να προσέξεις, να μη ρισκάρεις, να μη δώσεις πολλά. Να κρατήσεις αποστάσεις. Να προστατευτείς.
Από την άλλη το συναίσθημα. Εκείνο που σε ξυπνά μέσα στη νύχτα με ένα όνομα στα χείλη. Που σε κάνει να χαμογελάς χωρίς λόγο κοιτάζοντας το κινητό σου. Που μετατρέπει μια απλή συνάντηση σε γεγονός που το έχεις ζήσει ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό σου.
Κι εκεί ακριβώς γεννιέται μια αλήθεια που σπάνια παραδεχόμαστε. Ότι μέσα μας μιλούν πολλές φωνές ταυτόχρονα, αλλά δεν έχουν όλες την ίδια ένταση. Και το ερώτημα δεν είναι ποια υπάρχει, αλλά ποια θα αφήσεις να σε καθοδηγήσει.
Μην αφήσεις τις ανασφάλειες να ακουστούν πιο δυνατά από το συναίσθημα.
Γιατί οι ανασφάλειες δε φωνάζουν πάντα με φόβο. Μερικές φορές μιλούν με «λογική». Ντύνονται με προσοχή, με εμπειρία, με παλιές απογοητεύσεις που επιστρέφουν σαν συμβουλές. Σου λένε να μην εκτεθείς, να μην πονέσεις, να μην επενδύσεις. Και μοιάζουν ώριμες σκέψεις, μέχρι να καταλάβεις ότι πολλές φορές είναι απλώς φόβος που έμαθε να ακούγεται πειστικός.
Κι όσο κι αν προσπαθούμε να προβλέψουμε το τέλος μιας ιστορίας, η αλήθεια είναι πως κανείς δεν μπορεί.
Κανείς δεν ξέρει αν ο άνθρωπος που έχει απέναντί του θα μείνει για πάντα ή θα γίνει απλώς μια ανάμνηση που θα επιστρέφει τις βροχερές νύχτες. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι μια καρδιά δε θα πληγωθεί.
Αλλά ξέρεις τι πονά περισσότερο από μια απογοήτευση;
Η απορία.
Το «τι θα γινόταν αν;».
Το να θυμάσαι μετά από χρόνια ένα όνομα, ένα μήνυμα που δε στάλθηκε ποτέ, μια ευκαιρία που άφησες να φύγει και να αναρωτιέσαι αν εκεί κρυβόταν κάτι που άξιζε να ζήσεις.
Οι πιο αληθινές ιστορίες δεν είναι πάντα εκείνες που κράτησαν περισσότερο. Είναι εκείνες που τις έζησες ολόκληρες. Χωρίς μισές λέξεις. Χωρίς υπολογισμούς. Χωρίς να κρατάς ένα κομμάτι του εαυτού σου στην άκρη για ασφάλεια.
Γιατί ο έρωτας δε γεννήθηκε για να χωρά σε λογιστικά φύλλα συναισθημάτων. Δε μετριέται σε πιθανότητες επιτυχίας ούτε ακολουθεί εγχειρίδια επιβίωσης. Είναι η ατμόσφαιρα που δημιουργείται γύρω από δύο ανθρώπους πριν ακόμη συμβεί οτιδήποτε. Οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ αλλά βρήκαν τρόπο να ακουστούν. Η ένταση που απλώνεται ανάμεσα σε δύο σιωπές και κάνει τον χρόνο να μοιάζει διαφορετικός. Εκείνο το αόρατο νήμα που τραβιέται λίγο περισσότερο κάθε μέρα, μέχρι να γίνει αδύνατο να προσποιηθείς ότι δεν το νιώθεις.
Ναι, μπορεί να αποδειχθεί λάθος.
Μπορεί να τελειώσει. Μπορεί να πονέσει. Μπορεί να αφήσει πίσω του σιωπές εκεί όπου κάποτε υπήρχαν υποσχέσεις.
Όμως οι πληγές κάποτε, κάποια στιγμή κλείνουν.
Η απορία, σπάνια.
Γι’ αυτό όταν η ζωή φέρνει μπροστά σου κάτι που κάνει την καρδιά σου να χτυπά πιο γρήγορα, μη βιαστείς να το απορρίψεις από φόβο. Μη φυλακιστείς σε υποθετικά σενάρια και ασφαλείς αποστάσεις.
Ζήσ’ το μέχρι το μεδούλι.
Δώσε του χώρο ν’ ανθίσει ή να καταρρεύσει. Άφησέ το να σου δείξει τι είναι. Κι αν στο τέλος αποδειχθεί λάθος, θα έχεις τουλάχιστον κερδίσει τη βεβαιότητα ότι τόλμησες.
Και κάποιες φορές, αυτή η βεβαιότητα αξίζει περισσότερο από κάθε ευτυχισμένο τέλος.
Γιατί οι άνθρωποι ξεπερνούν τις απογοητεύσεις τους. Μα τις ιστορίες που δεν τόλμησαν ποτέ να ζήσουν τις κουβαλούν μέσα τους για χρόνια. Σαν μια μισάνοιχτη πόρτα που δεν έμαθαν ποτέ τι έκρυβε από πίσω της.
