Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Λένε πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν καταργώντας ο ένας τον άλλον. Κι όμως, ζήσαμε. Και μάλιστα για χρόνια. Γίναμε το ζωντανό παράδειγμα πως μπορείς να θάψεις τον εαυτό σου βαθιά, να σκάψεις μέσα σου έναν λάκκο και να χωρέσεις εκεί όλο το πάθος, όλη τη φωτιά, όλο τον έρωτα. Και να συνεχίσεις να κυκλοφορείς σαν φάντασμα που λέει σε όλους «είμαι μια χαρά».
Η μεγαλύτερη απάτη δεν είναι η προδοσία. Ούτε τα ψέματα. Η μεγαλύτερη απάτη είναι να υπογράψεις τη σιωπηλή συμφωνία: να ακυρώσουμε εμάς, να παγώσουμε τον έρωτα, να βολευτούμε σε μια ζωή χωρίς ανάσα. Και το βαφτίσαμε «κανονικότητα». Το βαφτίσαμε «σταθερότητα».
Μάθαμε να χαμογελάμε στις φωτογραφίες, να σερβίρουμε ευτυχία στις παρέες, να λέμε τα σωστά λόγια στους σωστούς ανθρώπους. Και μετά να γυρνάμε στο σπίτι και να βουλιάζουμε στη σιωπή. Το κρεβάτι μας δεν ήταν πια φωτιά· ήταν ψυγείο. Δύο ξένα κορμιά να μοιράζονται τον ίδιο χώρο, χωρίς ψυχή, χωρίς λαχτάρα.
Κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν πέταξε το ποτήρι στον τοίχο να σπάσει η σιωπή. Η συνήθεια έγινε το πιο βρώμικο μας ναρκωτικό. Βολευτήκαμε στο λίγο. Στο ψίχουλο. Στο «δεν πειράζει». Στο «έτσι κάνουν όλοι». Μόνο που το «λίγο» είναι θάνατος με αργό ρυθμό. Και τελικά, δεν χρειάζεται καβγάς για να τελειώσει κάτι. Χρειάζεται απλώς να σταματήσεις να πολεμάς γι’ αυτό.
Έτσι σβήσαμε. Έτσι καταργήσαμε τον έρωτα. Έτσι γίναμε δύο ξένοι με κοινό ρόλο. Μια παράσταση για το κοινό, κι από πίσω το απόλυτο κενό. Κι όμως, η κοινωνία μας χειροκρότησε. Γιατί όλοι λατρεύουν τις εικόνες που δείχνουν σταθερές, ακόμη κι αν είναι χάρτινες.
Η ήττα μας δεν ήταν ότι χωρίσαμε. Η ήττα ήταν πως μάθαμε να ζούμε ακυρώνοντας εμάς. Και το «μια χαρά» που λέγαμε δεν ήταν τίποτα άλλο παρά το πιο καλοφτιαγμένο ψέμα μας.
Μα η αλήθεια δεν ξεγελιέται. Η αλήθεια καίει. Κι όταν έρθει η ώρα, θα σε γδάρει ζωντανό. Θα σε κοιτάξει κατάματα και θα ρωτήσει: άξιζε να σκοτώσουμε τον έρωτα μόνο και μόνο για να φαινόμαστε καλά;
