Γράφει η Ντέμη Κάργατζη
Τ’ αποφάσισα θα γίνω εκπαιδευτικός. Θα σπουδάσω, θα πάω στο πανεπιστήμιο, θα διαβάζω μέρα νύχτα, θα βγάλω τα μάτια μου, θα βγάλω τα χέρια μου, κάλους θα βγάλω στα δάχτυλα, θα γίνω εκπαιδευτικός. Θα καίω κάθε μέρα πολύ φαιά ουσία, θα νιώθω κατάκοπη και θα τρώω ό,τι βρω μπροστά μου μπας και πάρω την ενέργεια μου πίσω, θα παχαίνω γιατί όλη μέρα θα κάθομαι, θα ακούω τους διδάκτορες και θα ρουφάω τα λόγια τους, θα γράφω εργασίες κι εξετάσεις, θα περάσω 50 μαθήματα, θα διαβάζω λέξη προς λέξη τα συγγράμματα που μ’ αφορούν -αρχαια και νέα- κι αμερικανικά και γερμανικά.
Θα γίνω εκπαιδευτικός. Θα κάνω πρακτική σε κάποιο σχολειό, θα μάθω να διδάσκω, θα έχω μεταδοτικότητα, όλα θα μου τα μάθουν, να μ’ αγαπούν οι μαθητές να μη βαριούνται στο μάθημα μου και να μ’ ακούνε.
Θέλω να γίνω εκπαιδευτικός αλλά τελικά δε θα διδάξω σ’ εκείνο το σχολειό, μόνο θα ακούω τους άλλους που θα διδάσκουν και θα κρατώ εγώ σημειώσεις για όσα λένε εκείνοι που χωρούν στα σχολεία. Εγώ θα είμαι εκπαιδευτικός 22 χρόνων, αλλά δε θα χωράω σε κανένα σχολειό γιατί είναι κι άλλοι πολλοί σαν κι εμένα που περιμένουν να χωρέσουν.
Θα πάω στα φροντιστήρια, θ’ αφήσω φτωχά βιογραφικά άνευ προϋπηρεσίας, θα θέλω να ‘μαι εκπαιδευτικός, θα με διώχνουν γιατί δεν έχω τα χρόνια, γιατί ειμαι άπειρη, γιατί είναι ηλίθιοι, θα κάνω ιδιαίτερα με τρεις κι εξήντα και κανένας δε θα καταλαβαίνει τι δίνω και τι παίρνω, γιατί εγώ εκπαιδευτικός θέλω να ‘μαι. Θα δουλεύω πολύ, θα πληρώνομαι λίγο, θα ενημερώνομαι συνέχεια για τις ύλες και τα βιβλία και τις αλλαγές του εκάστοτε υπουργικού συστήματος εκπαίδευσης, θα ξεχνάω ο,τι ξέρω και θα το μαθαίνω απ’ την αρχή, γιατί εγώ εκπαιδευτικός θέλω να ‘μαι και θα προσαρμόζομαι.
Τα πρωινά θα μελετώ, θα φτιάχνω φωτοτυπίες – κάποιες θα τις κλέβω- θα δίνω μια περιουσία στα φωτοτυπαδικα, θ’ αγοράζω τα σχολικά βιβλία γιατί εμένα κανείς δε μου τα δίνει τζάμπα, θα κάνω πλούσιους τους βιβλιοπώλες και θα τους ξέρω με το μικρό τους όνομα, εγώ εκπαιδευτικός θέλω να ‘μαι αλλά θα είμαι και ταξιτζής, θα τρέχω απ’ το ένα σπίτι στο άλλο, θα μπλέκω στα κόκκινα φανάρια και στη χαβούζα της πόλης, θα καθυστερω στα μαθήματα μου και θα με ρωτούν γιατί καθυστέρησα.
Θα τρώω το χειμώνα παγωμένες φακές, το καλοκαίρι ηλιόλουστο παστίτσιο – χάλασε δε χάλασε ποιός ξέρει – στο ταπερακι μου μέσα στο παρκαρισμένο αμάξι μου, οι περαστικοί κοροϊδεύοντας θα μου λένε “καλή όρεξη” κι εγώ θα τελειώνω τη μπουκιά μου και θα τρέχω στο μάθημα γιατί εγώ εκπαιδευτικός θέλω να ‘μαι. Θα έχω μαζί μου κι ένα μπουκάλι νερό να πίνω, γιατί δε θα μου δίνουν όλοι οι γονείς νερό και πορτοκαλάδες κι αφεψηματα, τα βράδια θα σηκώνω τα τηλέφωνα και θ’ απαντώ στα μηνύματα των μαθητών μου και των γονιών τους, γιατί εγώ εκπαιδευτικός θέλω να ‘μαι και πρέπει να είμαι εκεί ο,τι ώρα με χρειάζονται, θα είμαι και ψυχολόγος για παιδιά και μανάδες, θ’ ακολουθώ ο,τι γράφουν κι ο,τι λένε αυτοί που έχουν χωρέσει στο σχολειό – λένε δε λένε μπούρδες- γιατί ο βαθμός στο χαρτί μας νοιάζει που πρέπει να ‘ναι καλός κι αν δεν είναι αλίμονο μου, θα βρω και κανένα μπελά γιατί εγώ θα φταίω κι εγώ εκπαιδευτικός θέλω μόνο να ‘μαι.
Και δέκα χρόνια μετά – μπορεί και 20 και ποτέ- εγώ πάλι εκπαιδευτικός θα ‘μαι κι ίσως να χωρέσω κι εγώ σε κάποιο σχολειό, μα δεν θα ξέρω πόσος εκπαιδευτικός μου χει μείνει ακόμα, περίσσεψε λίγος ή τελείωσε. Εγώ εκπαιδευτικός θέλω να ‘μαι, μα συγχωρέστε με γιατί τούτο δω δεν το χω καταλάβει ακόμη. Εσείς θέλετε να ‘μαι ή δεν θέλετε;
