Γράφει η Αντζέλικα Θεοφανίδη
Η περιπλάνηση σε αυτό τον κόσμο τον άνοστο ήταν για καιρό γεμάτη πληγές και νύχτες ατελείωτες κυνηγώντας σκιές και ελπίδες χωρίς να ξέρω τι και ποιον έψαχνα. Έπαψα να μετράω τις φορές που είχα παραδοθεί, που είπα φτάνει, που η μοναξιά έμοιαζε τόσο βαριά που συνέτριβε κάθε μου κύτταρο.
Είχα πείσει τον εαυτό μου πως η αγάπη δεν ήταν για μένα, την είχα θάψει κάτω από πολλές στρώσεις θυμού, απογοήτευσης και πόνου. Κλείδωσα κάθε πόρτα, κάθε παράθυρο και είπα της ψυχούλας μου. «Φτάνει αγάπη μου, φτάνει, δεν μπορώ να ξανά γίνω κομμάτια και θρύψαλα».
Μέχρι που εμφανίστηκες εσύ από το πουθενά και αποφάσισες με το έτσι θέλω να γεμίσεις ό,τι με είχε αδειάσει. Λες και ήσουνα βροχή που έπεφτε απαλά σε χώμα ξερό που διψούσε για νερό. Εμφανίστηκες εκεί που η ψυχή μου και εγώ είπαμε φτάνει και θάψαμε όλες τις ελπίδες σε ένα κουτί πολύ καλά κρυμμένο. Και ξαφνικά ένιωσα κάτι μέσα μου να σπάει, να ραγίζει, όχι το ράγισμα που ματώνει, που σε αφήνει καταρρακωμένο. Ήταν ένα ράγισμα από το όποιο έμπαινε φως και ψιθύριζε «Ίσως να μην είναι ώρα να κλείσεις τη πόρτα, όχι ακόμα».
Τώρα είσαι εδώ και φοβάμαι. Είσαι ένα όνειρο από το οποίο φοβάμαι να ξυπνήσω. Φοβάμαι γιατί νιώθεις τόσο αληθινός, όπως το όνειρο που νόμιζα πως δεν θα μπορούσα ποτέ να αγγίξω. Είσαι η ζεστασιά που έλιωσε τα κομμάτια μου που νόμιζα πως είχαν γίνει πάγος. Είσαι η ανάσα που ξέχασα πως χρειαζόμουν, ήταν λες και ήμουν κάτω από το νερό για αιώνες ψάχνοντας απεγνωσμένα για μια ανάσα, που να συγχρονίζονταν τέλεια με τη δική μου.
Είσαι η αγάπη που με έκανε να καταλάβω πως κάθε μου θρυμματισμένο κομμάτι, κάθε πληγή, κάθε μου νύχτα ατελείωτη με οδηγούσε σε σένα και θα τα έκανα όλα ξανά και ξανά αν ήξερα πως το τέλος θα εμφανιζόσουν εσύ, ένα μικρό θαύμα, να μου δείξεις πως είναι να σε αγαπά κάποιος για αυτό που είσαι με τα πάνω σου και τα κάτω σου.
Είσαι ανάσα που ξέχασα πως χρειαζόμουν. Η ανάσα που μου είναι πλέον απαραίτητη για να ζήσω, για να υπάρξω. Είσαι η πνοή μου, η ζωή μου.
