Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Μέσα στην πολύβουη πόλη κοίταξα έναν άγνωστο μα ήταν τόσο γνωστός. Ήξερα το χρώμα των ματιών του, ήξερα ακόμα και τη φωνή του. Οξύμωρο έτσι;
Να βλέπεις έναν παντελώς άγνωστο αλλά να ξέρεις ακριβώς ποιος είναι. Και δεν είναι ότι απλά μου θύμιζε κάτι, είναι πως ήξερα το άρωμα του, το μύριζα μέσα στο πλήθος. Μέσα στις πολλές κολόνιες εγώ ξεχώριζα τη δική του.
Δύο ξένοι μα κατά βάθος τόσο γνωστοί στην ίδια πόλη, ένα βράδυ, διασταυρώθηκαν, κοιτάχτηκαν και άλλαξαν πλευρές. Σαν να μην γνωρίζονταν ποτέ, σαν να μην είχαν φιληθεί ποτέ, σαν ο έρωτας τους να ταν ένας κοινός έρωτας.
