Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Μια μέρα, κάποιος “έξυπνος” θα πιστέψει ότι σε χειρίστηκε.
Θα ποντάρει στην αδυναμία που του είχες.
Θα μπερδέψει τη σιωπή σου με ενοχή, την ανοχή σου με άγνοια, τη γενναιοδωρία σου με βλακεία.
Θα νομίσει ότι επειδή δεν του γύρισες την πλάτη από την πρώτη φορά που ξεγλίστρησε η μάσκα του, μπορεί να παίζει ξανά και ξανά στο ίδιο ταμπλό.
Κι όχι απλώς θα παίξει – θα το κάνει και στοίχημα.
Θα γελάσει πίσω απ’ την πλάτη σου, θα σε δει σαν ευκαιρία.
Θα κάνει πως σε “νιώθει”, θα ρίξει δυο δήθεν λέξεις συμπόνιας, θα σε “φροντίσει” την κατάλληλη στιγμή, ίσα να σε κρατήσει στο παιχνίδι.
Αυτό δεν είναι προδοσία. Μην γελιέσαι.
Είναι μικρότητα ντυμένη με οικειότητα.
Κι είναι επικίνδυνη, γιατί χτυπάει εκεί που νιώθεις ασφάλεια.
Εκεί που πίστεψες πως απέναντί σου, έχεις να κάνεις με άνθρωπο – κι όχι με ρόλο.
Αυτός ο “έξυπνος” δεν ήξερε πως το διακύβευμα δεν ήσουν εσύ.
Γιατί εσύ ήξερες.
Ήξερες καιρό πριν ξεγυμνωθεί η πρόθεσή του.
Κι απλώς έπαιζες τη “χαζή”.
Όχι γιατί ήσουν, αλλά γιατί ήθελες να είσαι σίγουρη.
Ήθελες να του δώσεις το σκοινί να κρεμάσει μόνος του την καλοφτιαγμένη περσόνα του.
Ήθελες να δεις αν υπάρχει έστω μια στάλα ανθρωπιάς.
Έστω ένα “σε νιώθω” που να μη λέγεται από ανάγκη, αλλά από επίγνωση.
Δεν υπήρχε.
Κι αυτό πόνεσε.
Αλλά τελικά, τίποτα δεν πονάει περισσότερο απ’ το να συνειδητοποιείς ότι ήσουν πάντα μόνη, ακόμα κι όταν νόμιζες..
Και ναι — το στοίχημα το χαρίζεις. Έτσι. Για το κλείσιμο.
Όχι γιατί έχασες.
Αλλά γιατί σου περισσεύει.
Γιατί εσένα η μάνα σου, δεν σε έφτιαξε ποτέ για στοίχημα κανενός.
Σε έφτιαξε για διακύβευμα των λίγων.
Αυτών που ξέρουν να μετρούν την αξία ενός ανθρώπου,
όχι με βάση το πόσο τον κρατούν,
αλλά με βάση το πόσο δεν αντέχουν να τον χάσουν.
Δεν χρειάζεσαι αποδείξεις πια.
Ούτε φανφάρες.
Ούτε δικαιολογίες.
Μόνο εκείνη τη μία, κοφτερή αλήθεια:
Η εμπιστοσύνη δεν προδίδεται. Ακυρώνεται.
Και όταν ακυρωθεί, δεν εκδίδεται ξανά.
