Γράφει ο Σπύρος Γιαδεμίδης
Όπως κι αν την πεις, πάλι η ίδια θα ‘ναι. Εκείνη που σε έφερε στον κόσμο δια μέσου της. Η πρώτη γυναίκα που σ’ ερωτεύτηκε πριν καν ακόμη επέλθει η πρώτη ματιά – κεραυνοβόλος έρωτας απ’ την κοιλιά! Ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο που έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να σε αποκαλεί ‘σπλάχνο μου’ – γιατί είσαι! Σπλάχνο της! Για εννέα ολόκληρους μήνες που σε φιλοξενούσε στα ενδότερα της, σε νανούριζε με την καρδιά της. Τικ, τικ, τικ, τικ – και σε έπαιρνε γλυκά ο ύπνος μέσα στο ζεστό νερό της αγάπης της. Τικ, τικ, τικ, τικ – ακόμα σε νανουρίζει με την καρδιά της, μόνο που τώρα δεν είσαι πλέον ένα με εκείνη για να μπορείς να ακούς συνεχώς το πολύτιμο αυτό όργανο της να δουλεύει. Να δουλεύει για σένα. Το νιώθεις όμως. Την νιώθεις. Όπου κι αν είσαι. Η καρδιά της μάνας έχει απεριόριστη εμβέλεια – και είναι συντονισμένη στο ίδιο μήκος κύματος με τη δική σου.
Μάνα.
Η μια και μοναδική. Για εκείνη, ο ομφάλιος λώρος δεν κόπηκε στους εννέα μήνες, απλά έγινε πιο μακρύς κι αόρατος, και συνεχίζει να σας ενώνει. Δεν εξηγείται άλλωστε το πώς, κάθε φορά που έχεις τις μαύρες σου, εκείνη το νιώθει. Σε νιώθει. Και σε παίρνει τηλέφωνο να σε ρωτήσει τι έχεις, κι αφού προσπεράσει τις πρώτες σου αρνήσεις και σου ρίξει τις άμυνες, της το παραδέχεσαι, και της ανοίγεσαι, και της λες τα πάντα, κι έπειτα, λίγο λίγο, νιώθεις το μαύρο να διαλύεται και να παίρνει χρώμα. Τικ, τικ, τικ, τικ – η καρδιά που λέγαμε. Δεν έχει να της κρυφτείς. Δεν θέλεις να της κρυφτείς. Όσες καρδιές κι αν σου ραγίσουν τη δική σου, αυτή της μάνας σου θα είναι πάντα εκεί να σου την φτιάχνει, να σου την κάνει πάλι σωστή, ακέραια. Μέχρι να πληγωθείς ξανά. Και τότε, πάλι εκεί θα είναι η μάνα σου για να σε ξανακάνει καλά, να σε κάνει ολοκαίνουριο, όπως τότε που σε είχε μωρό. Το μωρό της. Με τη διαφορά πως, τώρα, αντί να σου δίνει γάλα, σου δίνει συμβουλές. Βάλσαμο και τα δυο για σένα. Απαραίτητα. Όπως και η αγάπη η δική σου προς εκείνη. Απαραίτητη. Γιατί η αγάπη σου είναι το λιγότερο που μπορείς να της δώσεις πίσω για όλα εκείνα που σου έδωσε και σε ώθησαν μπροστά στη ζωή. Μπορεί να το νιώθεις, μπορεί και όχι, μα σε κάθε εμπρόσθιο σου βήμα, εκείνη είναι εκεί, στον ούριο άνεμο που σκίζει το πόδι σου, και σε ωθεί μπροστά. Πάντα μπροστά. Και πάντα η μάνα σου εκεί – η δική σου, προσωπική εμπροσθοφυλακή.
Μανούλα.
Η πιο γλυκιά λέξη στον κόσμο. Όταν την προσφωνείς έτσι, η καρδιά σου αλλάζει συχνότητα. Και η καρδιά της. Κυρίως η καρδιά της. Το ‘μανούλα’ της λέει ‘ευχαριστώ’ για όλη εκείνη την ανιδιοτελή αγάπη που τόσο απλόχερα σου δίνει καθημερινά. Είναι ένας τίτλος που επάξια έχει κερδίσει τότε που ζέσταινε τα μικροσκοπικά σου ποδαράκια τις κρύες νύχτες του χειμώνα, βάζοντας τα κάτω από τα δικά της όταν κοιμόσασταν αγκαλιά, και τότε που ξενύχταγε από πάνω σου και σε φρόντιζε με στοργή όταν εσύ ψηνόσουν στον πυρετό και το ‘μανούλα’ ήταν η μόνη λέξη που είχε απομείνει στο παραληρών, γριπωμένο σου λεξιλόγιο. Τότε, που το ‘μανούλα’ έριχνε τον πυρετό πιο γρήγορα κι απ’ το Calpol!
Μαμά.
Όσα χρόνια κι αν περάσουν, εκείνη θα είναι πάντα η ίδια, όπως και τότε που σε γέννησε. Η μαμά σου. Η καλύτερη σου φίλη. Ο άνθρωπος που θα πάρει τον πόνο σου και θα τον μετατρέψει σε χαρά. Και δεν θα το κάνει με τρόπο ταχυδακτυλουργικό, γιατί αυτό θα σήμαινε πως ο πόνος θα επέστρεφε με το πέρας του τρικ. Όχι. Η μαμά σου κάνει την εν λόγω μετατροπή ως δια μαγείας! Αυτό που δεν σου λέει όμως, είναι πως κρατάει τον πόνο για εκείνη, για να μην επιστρέψει πίσω σ’ εσένα. Τον κρατάει μέσα της, και δεν την νοιάζει αν πονάει, φτάνει εσύ να ‘σαι καλά, χαρούμενος κι ευτυχισμένος, όπως τότε που ανακάλυπτες τον κόσμο μέσα από την αγκαλιά της κι έπειτα κρατώντας την από το χέρι. Τότε που, και ο πιο φριχτός πόνος έφευγε με ένα τσιρότο, φτάνει να σου το έβαζε η μαμά σου. Ένα τσιρότο. Εξακολουθεί να σου βάζει τσιρότα, μόνο που τώρα έχουν άλλη μορφή οι πληγές σου – είναι πιο πολύ εσωτερικές παρά εξωτερικές, το τσιρότο της μαμάς όμως πάντα καταφέρνει να τις βρίσκει και να τις κλείνει.
Μάνα, μανούλα, μαμά.
Όπως και να το πεις, πάλι το ίδιο όμορφα θα ακούγεται. Κοίταξε να το λες όμως – και να το λες συχνά. Να παίρνεις την μανούλα σου τηλέφωνο ή, ακόμη καλύτερα, να πηγαίνεις να την βλέπεις και να της το λες από κοντά. Να περνάς χρόνο μαζί της όπως περνούσε εκείνη τότε που ήσουνα μικρό παιδί. Να επενδύεις στη σχέση σας. Να την κάνεις να αισθάνεται μοναδική όπως μοναδικό σε αισθάνεται και σένα! Και να της λες ότι την αγαπάς – να της το υπενθυμίζεις. ‘Σ’ αγαπώ μαμά’ – τι πιο ωραίο!
