Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Μπορεί να είναι ένα τραγούδι που δεν θα μπορώ πια να ακούσω μέχρι το τέλος.
Μια μελωδία που θα μου θυμίζει τη φωνή σου, τις σιωπές σου, εκείνες τις στιγμές που δεν χρειαζόταν να πεις τίποτα, γιατί τα μάτια σου είχαν ήδη μιλήσει από μόνα τους.
Γιατί εγώ δεν αγάπησα μόνο το χαμόγελό σου. Αγάπησα τον τρόπο που με κοιτούσες. Εκείνο το βλέμμα που μπορούσε να κάνει τον κόσμο γύρω μου να σωπαίνει.
Που μπορούσε μέσα σε μια στιγμή, να μου πει «είμαι εδώ», ακόμη κι όταν όλα έμοιαζαν δύσκολα.
Κι αν κάποτε χάσω τα μάτια σου, φοβάμαι πως θα χάσω έναν ολόκληρο κόσμο.
Τον δικό μου κόσμο.
Θα μου λείψει το φως τους. Η ζεστασιά τους. Εκείνη η παράξενη ασφάλεια που ένιωθα όταν συναντιόντουσαν τα βλέμματά μας. Θα μου λείψει το πώς με έκανες να νιώθω χωρίς να με αγγίζεις.
Μα ίσως τότε να καταλάβω κάτι πιο βαθύ.
Πως η αγάπη δεν κατοικεί μόνο στα μάτια.
Κατοικεί στις αναμνήσεις που αφήνεις μέσα μου. Στον τρόπο που η καρδιά μου χτυπά όταν ακούω το όνομά σου.
Στις μικρές συνήθειες που απέκτησα επειδή σε αγάπησα.
Στις στιγμές που θα συνεχίσω να θυμάμαι, ακόμη κι όταν περάσουν τα χρόνια.
Κι αν δεν μπορώ πια να κοιτάζω τα μάτια σου, θα σε αναγνωρίζω από τη φωνή σου.
Από το άγγιγμά σου.
Από τον τρόπο που γελάς.
Από εκείνη τη μοναδική αίσθηση που μου δημιουργείς όταν βρίσκεσαι κοντά μου.
Γιατί όταν αγαπάς πραγματικά έναν άνθρωπο, δεν τον βλέπεις μόνο με τα μάτια.
Τον βλέπεις με όλο σου το είναι.
Κι έτσι, αν μια μέρα χάσω τα μάτια σου, δεν θέλω να χάσω την αγάπη σου. Θέλω να κρατήσω μέσα μου όσα είδα μέσα τους.
Την τρυφερότητα.
Την ελπίδα.
Την επιθυμία.
Το μέλλον που κάποτε φαινόταν ατελείωτο.
Τι θα είναι, λοιπόν, η αγάπη αν χάσω τα μάτια σου;
Θα είναι η ίδια αγάπη.
Μόνο που τότε θα πρέπει να μάθω να σε κοιτάζω αλλιώς.
Με την καρδιά.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο αληθινή μορφή της αγάπης.
Να συνεχίζεις να βλέπεις έναν άνθρωπο, ακόμη κι όταν δεν τον κοιτάζεις πια.
