Γράφει ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος
Κανένα «για πάντα» δεν κρατάει πολύ. Σαν τα καλοκαίρια οι υποσχέσεις του πώς δεν θα γνωρίσεις ποτέ τον χειμώνα.
Κι όταν οι πρώτες σταγόνες ξεπλύνουν το μυαλό σου, ξεκινά η λογική σου να ράβει τα μακρυμάνικα, για να ντυθεί και να προστατευτεί η καρδιά σου.
Πώς γίνεται αλήθεια και σε άφησε με τόση ευκολία;
Σε κυριεύει ο φόβος πως δεν θα ξαναέρθουν οι μέρες του θερισμού για να μαζέψεις τους κόπους του έρωτα, για να γεμίσουν ξανά οι αποθήκες των αναμνήσεων με τα σιτηρά της ευτυχίας σου.
Και τώρα, τι γίνεται;
Απογοητευμένος, με τις πληγές ακόμα ανοιχτές, αδυνατείς να ακολουθήσεις το σμήνος των ονείρων σου στα καλοκαίρια που υποχωρούν κάτω από τα πόδια σου. Παρακαλάς να σου αφήσουν οι εποχές ένα ζεστό κομμάτι για να αντέξεις τον παγετό, μα αυτές αδυνατούν να σε ακούσουν.
Συνεχίζουν να κάνουν αυτό που γνωρίζουν καλύτερα όλα αυτά τα χρόνια, να περνάνε…
Όμως «ωραίο ήταν το καλοκαίρι όσο κράτησε», πρέπει να πεις.
Να το γιορτάσεις όσο κρατάνε πράσινα τα φύλλα του, όσο οι κήποι του σε τροφοδοτούν με τους καρπούς τους. Πλέξε στεφάνια από τα κλαδιά του και χόρεψε μαζί του κάτω από τις μελωδίες των τζιτζικιών.
Καμία εποχή όσο κι αν το επιθυμούμε δεν κρατάει για πάντα, έχουν μάθει να φεύγουν πάνω στις ράγες των ανέμων.
Μόνο τον τρόπο που θα περάσουν μπορούμε να αλλάξουμε, τις στιγμές που θα μάθουμε να τις ζούμε.
Κι αν κάποτε γνωρίσεις το απάγκιο λιμάνι σου, άσε τον χρόνο να αποφασίσει αν αυτό το λιμάνι θα γίνει ο παράδεισος των εποχών σου.
Μέχρι τότε, κάνε τους δώδεκα μήνες δικούς σου.
