Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Πέρασαν μόνο τρεις μήνες και όμως εμένα μου φαίνεται μία αιωνιότητα. Τρεις μήνες από την τελευταία φορά που το τηλέφωνο σιώπησε για πάντα. Ήταν τόσο κρίμα που δεν μπορέσαμε να εκπληρώσουμε όλα αυτά που θέλαμε να κάνουμε. Ήταν τόσο κρίμα που δεν καταφέραμε να κάνουμε πράξη το πάθος μας, τις ατελείωτες συζητήσεις μας. Τώρα όμως είναι πλέον αργά.
Ό χρόνος δεν γυρνάει πίσω και εγώ πρέπει να συνηθίσω να ζω με την απουσία σου που με πονάει πολύ. Τρεις μήνες και δεν σε έχω ξεπεράσει ακόμα. Δεν ξέρω τι θα φέρει η επόμενη μέρα, δεν ξέρω αν αύριο θα μπορέσω να συγκρατήσω τα δάκρυα μου. Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι πως θα τα καταφέρω.
Θα μάθω να ζω με την απουσία σου μέχρι να είναι μια συνήθεια, μέχρι να μην πονάει, μέχρι να αντέχετε εκείνος ο αβάσταχτος πόνος που δεν ραγίζει πια την καρδιά, που δεν είναι κοφτερό μαχαίρι στην ψυχή. Μια μέρα θα καταφέρω να σε σβήσω, να φύγεις σταδιακά από τη μνήμη μου και να είσαι μια θολή ανάμνηση και τότε θα είμαι καλά, θα είμαι εκεί που πρέπει να είμαι.
Ξέρεις ότι έπρεπε να είμαστε μαζί έτσι; Ξέρεις ότι η οθόνη του κινητού μου περιμένει να δει το όνομα σου, να ανάψει από μήνυμα δικό σου που θα λέει «πάμε πάλι από την αρχή και αυτή τη φορά θα το κάνουμε σωστά». Δεν θα σε ρωτήσω γιατί έπαψες να στέλνεις, ούτε γιατί εμείς οι δύο δεν μπορέσαμε τελικά.
Θα σου πω μόνο πως δεν ήταν η σωστή στιγμή, πως δεν ήταν ο κατάλληλος χρόνος για μας. Θα σου πω ακόμα πως ο σωστός χρόνος θα έρθει ακόμα κι αν είναι σε 10 χρόνια από σήμερα. Θα έρθει να το θυμάσαι. Και τότε όλα όσα θέλαμε να κάνουμε και να πούμε θα έρθουν αβίαστα, χωρίς πως και γιατί, χωρίς ερωτήσεις, ενοχές και κλεφτά μηνύματα.
Θα σε περιμένω, ακόμα κι αν χρειαστεί να διαρκέσει μισή ζωή ακόμα.
