Γράφει η Κορίνα Παπαδοπούλου
Τι παιχνίδια παίζει το μυαλό. Με πάει σε μέρη απαγορευμένα, σε ανθρώπους ακατάλληλους, που με πλήγωσαν, μα όσο κι αν πονάω ξέρω πως πάντα θα τους αγαπώ.
Προσπαθώ να ξεχάσω, να κλείσω τις πληγές μου, αλλά μάταια. Ξέρω πολύ καλά πως αυτό είναι ανέφικτο. Η λήθη δεν μου κάνει την χάρη να σκεπάσει σαν πέπλο τις μνήμες μου. Να σκεπάσει την πληγωμένη μου καρδιά.
Παλεύω με Θεούς και δαίμονες. Γεμίζω την ημέρα μου ασφυκτικά με χιλιάδες ασχολίες. Το βράδυ όμως που πέφτουν οι ρυθμοί και όλα έξω ησυχάζουν, ξεκινά ο πόλεμος στο μέσα μου.
Έρχονται στο μυαλό μου λόγια όμορφα, γλυκά και στιγμές γεμάτες ερώτα. Στιγμές που νόμισες πως κάποιος εκεί ψηλά τις είχε πασπαλίσει με χρυσόσκονη. Όμορφες, λαμπερές.
Ως που ήρθαν τα πρέπει και οι απαγορεύσεις και φύσηξαν όλη την λάμψη. Κι έμεινα εδώ, μόνη. Μπορεί να σε έχασα. Για πάντα. Μα δεν θα μπορέσω να ξεχάσω.
Όποιος αγάπησε δεν κατάφερε ποτέ να λησμονήσει τα μάτια αυτά που τον έκαναν να χαθεί, να μαγευτεί. Πώς να το κάνει άλλωστε; Σε έχασα, μα δεν σε ξέχασα.
Έτσι από αγκαλιά σε αγκαλιά, να χαραμίζω κάθε στιγμή που θα ήθελα να είμαι στην δική σου. Να κλείνω όσα νιώθω σε ένα κουτί, μην τυχόν και βγουν προς τα έξω. Μην και πρέπει να τα αντιμετωπίσω, να τα βρω απέναντι μου.
Να είμαστε κάτω από τον ίδιο ουρανό, μα τόσο μακριά ο ένας από τον άλλο. Με τον φόβο πως όλες αυτές οι μνήμες θα με κάνουν και πάλι ευάλωτη. Μου λείπεις και σου λείπω κι εγώ, το ξέρω, το νιώθω.
Οι στιγμές μας κρέμονται πλέον σαν φυλακτό στον λαιμό μου, δίπλα στην καρδιά μου, για να της κρατούν συντρόφια. Ήμασταν δυο άνθρωποι τόσο ταιριαστοί στα μάτια των άλλων και τόσο αντίθετοι μεταξύ τους. Δυο άνθρωποι ίδιοι στην ψυχή και στο μυαλό. Δυο άνθρωποι που ένιωσαν πολλά.
Πολλά και βαθιά, μα που ποτέ δεν είχαν τα κότσια να το παραδεχτούν. Δεν μπορέσαμε να παραμερίσουμε τους πάντες γύρω μας και να παλέψουμε γι’ αυτό που ένιωθε ο ένας για τον άλλο. Που φοβηθήκαμε.
Δυο άνθρωποι που τα μάτια μας έσβησαν, δεν χαμογέλασαν ποτέ ξανά αληθινά. Δυο άνθρωποι, που τα πρέπει και οι απαγορεύσεις που μας έβαλε η ζωή έμοιαζαν ισχυρότερα από αυτά που μας έλεγε η καρδιά μας.
Δυο άνθρωποι που τα δάκρυα μας έτρεχαν ποτάμια την ίδια στιγμή, το ίδιο λεπτό, που είχαμε ανάγκη ο ένας την αγκαλιά του άλλου, μόνο που αυτή η αγκαλιά ήταν σαν το μήλο για την Εύα. Απαγορευμένη. Και τώρα; Όλοι, μας βλέπουν να υπάρχουμε, μα να μην ζούμε.
Ίσως τελικά αυτή η ομοιότητα δεν μας βοήθησε. Ήμασταν και οι δυο εγωιστές για να παραμερίσουμε το εγώ και να παλέψουμε για ένα μαζί. Για να παλέψουμε για όλα όσα νιώσαμε.
Ίσως μια μέρα, κάπου, τυχαία τα μάτια μας συναντηθούν και τότε καταλάβεις. Ίσως μια μέρα το μυαλό σου έρθει κοντά μου, εδώ που τα βράδια, μου κάνει παρέα η καρδιά σου.
