Γράφει η Ιωάννα Ντρε
Σου χρωστάω ένα φιλί. Το θυμάσαι;
Από κείνο το καλοκαίρι. Τότε στην ακρογιαλιά, σε κείνο το beach bar. Βραδάκι ήταν που με πλησίασες με ένα λάγνο και καθηλωτικό βλέμμα και η πρώτη σου κουβέντα ήταν ότι χορεύω πολύ ωραία και με ρώτησες αν θα μπορούσες να έχεις λίγο χρόνο μαζί μου. Ήθελες να με θαυμάσεις από κοντά και να με απολαύσεις καθώς χόρευα.
Ντράπηκα να συνεχίσω το χορό μου μετά από αυτά που μου είπες και το μόνο που μπόρεσα εκείνη τη στιγμή να κάνω για να μη νιώθω τόση αμηχανία ήταν να σου πάρω το χέρι για να χορέψεις μαζί μου. Εξακολουθούσες να με κοιτάζεις από πάνω μέχρι κάτω ενώ ίσα που κουνιόσουν. Η φίλη μου αφού τη χαιρέτησες παραμέρισε και κάθισε πιο πέρα ενώ η παρέα σου απέναντι όλο κάτι έλεγε ο ένας στο αφτί του άλλου. Ποσώς με ενδιέφερε τι γινόταν εκείνη την ώρα. Μου έφτανε που ήσουν μαζί μου. Μου είχες κάνει μεγάλη εντύπωση.
Σε κάποια φάση χωρίς να το περιμένω σταματάς και με βουτάς στην αγκαλιά σου. Το πρόσωπό μου βρέθηκε κοντά στο λαιμό σου και τότε η μυρωδιά από το άρωμά σου με μάγεψε και έμεινα εκεί ώσπου με ρώτησες πως με λένε. Μιλήσαμε για λίγο όμως πιο πολύ μας ένοιαζε να αγγιζόμαστε παρά να μιλάμε.
Όλο στριφογύριζαν τα χείλη σου γύρω από τα δικά μου όμως για κάποιο λόγο το απέφευγα κι ας το ήθελα τόσο πολύ. Μάλλον δεν ήθελα να με περάσεις για καμιά εύκολη. Εσύ έκανες με τον τρόπο σου την κίνησή σου και αφού με τις πολλές δεν είδες ανταπόκριση τραβήχτηκες και συνεχίσαμε την κουβεντούλα που αφήσαμε πιο πριν στη μέση και ύστερα αποφάσισες να πας στους φίλους σου κι εγώ στη φίλη μου για να μην κάθεται μόνη της.
Ανταλλάξαμε τηλέφωνα και μου είπες ότι θα τα ξαναπούμε.
Κανονίζαμε κάποιες φορές να βρεθούμε όμως όλο και κάτι τύχαινε και το ακυρώναμε κι εγώ λαχταρούσα όλο και περισσότερο να σε δω να σου δώσω το φιλί που δε σου είχα δώσει τότε και που ακόμα περιμένω. Πάει ένας μήνας τώρα. Τι λες; Μήπως ήρθε η ώρα να γίνει;
