Γράφει Ειρήνη Σταυρακάκη
Ο κόσμος πάντα θα λέει, θα χάνεται σε σκέψεις και θα μένει στις εικόνες. Δε θα διστάσει να κρίνει χωρίς την ουσία, θα κοιτάξει τις λέξεις που δεν είπες ποτέ και τα βλέμματα που δεν αντάλλαξες με κάποιο. Τα χρώματα της ψυχής σου θα είναι ζωντανά, φωτεινά όπως τα όνειρα που κάνεις κάθε πρωί πίνοντας τον γλυκό καφέ στο μπαλκόνι.
Ο άνεμος μπορεί να σου ψιθυρίσει στο αυτί εικόνες και αρώματα ξεχασμένα, μιας άλλης εποχής που ταιριάζουν σε σένα. Ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός κι αφήνει το σημάδι του μέσα στο χρόνο, τη στάμπα του μέσα στη φύση, στο δέρμα και τη λάμψη του πάνω στα αστέρια.
Μην τον ακούς τον κόσμο. Δεν ξέρει. Γιορτάζει με το κλάμα σου και λυπάται με τη χαρά σου. Δεν έχει αλήθειες στην τσέπη του, μόνο ευκαιρίες. Ευκαιρίες να πουλάει τερτίπια, κουτσομπολιά και συγγνώμες. Δε σου ταιριάζουν, δεν είσαι για κείνους. Είναι φτηνός όποιος παίζει με την καρδιά και τα όνειρα του άλλου.
Καμιά φόρα, ξέρεις, εκείνος που ασχολείται με σένα είναι ο ίδιος κενός. Προσπαθεί να γεμίσει την κενότητά του, τη ματαιότητά του, με σενάρια για σένα σε αποκλειστική. Τέτοια κατάντια. Τέτοιος ξεπεσμός. Να τον λυπάσαι εκείνον. Μόνο για λύπηση είναι. Δεν έχει ουσία.
Πολλές φορές σκέφτομαι εμένα. Πόσα λόγια κενά, πόσες κούφιες λέξεις έχουν ειπωθεί στο φάσμα του χρόνου… Δεν ασχολούμαι. Έχω περάσει το στάδιο της ενόχλησης, της αμφιβολίας και του συμβιβασμού. Μπορώ να σου πω, πως ξέρω ποια είμαι, πού βρίσκομαι και τι κάνω. Όσα ακούω για μένα απλά τα προσπερνάω, δε με αγγίζουν, είναι απλά ένα βουητό που έχω συνηθίσει, που έχω ταυτίσει με τον ήχο της πόλης.
Έχει κόσμο στις πόλεις. Όλο βουή, άγχος και βαριές μυρωδιές στον αέρα. Όσο μπορείς να μην κρίνεις αυστηρά, κάθε άνθρωπος έχει ξένο φορτίο στην πλάτη. Φοβάται τον ίσκιο του και τρέμει στον ξένο. Κάθε όνειρο θέλει οίστρο και μαγιά. Μη χάνεσαι σε όνειρα ξένα. Έχεις τα δικά σου να πλάσεις, να σμιλέψεις στα μέτρα σου και να χαρείς την κάθε στιγμή σου…
