Γράφει η Ειρήνη Σταυρακάκη
Έχω το άρωμά σου ακόμη χείλη. Κοιτάζω τον ξανθό ουρανό κι αναζητώ τις στιγμές μας. Είναι εκεί στο καθρέφτισμα της ήρεμης θάλασσας, στις σταγόνες που κυλούν πάνω στα φύλλα του άγριου πεύκου.
Φθινοπώριασε, βλέπεις, κι ο νότος έδωσε θέση στο βορρά, η ζέστη αγκάλιασε το κρύο και ο έρωτας συναπάντησε το σώμα, φέρνοντάς του την αγάπη.
Η αγάπη δεν ντύνεται με τα ρούχα τα δικά σου ή τα δικά μου. Της αρέσει να γδύνεται μπροστά στη φύση και γυμνόστηθη να χορεύει βροχή. Κάθε γιλέκο την πνίγει, κάθε αγκαλιά τη ζεσταίνει. Δε ζητά πανωφόρια, μόνο την ίδια. Δίνεται αποκλειστικά και μόνο σε κείνη.
Το σώμα της κατευνάζει το κρύο, μαλακώνει το χώμα σε κάθε της βήμα. Κάθε στάλα της βροχής που ακουμπά το κορμί της, γίνεται νέκταρ για κάθε πιστό. Μοιάζει με έφηβη, δίχως τις έννοιες, δίχως τους φόβους. Αναζητά τον εαυτό της στα πρόσωπα των γύρω. Δίνει και δίνεται. Αλλάζει συνέχεια όψεις μέχρι να βρει τη δική της. Δεν έχει ακόμη ταυτότητα, δεν την αναγνωρίζει κανείς σαν την πετύχει.
Λατρεμένο της χρώμα είναι οι αποχρώσεις της φύσης. Λατρεμένο της πάθος είναι η μοναξιά. Θέλει να είναι μόνη της και στον έρωτα και στο δάκρυ. Δεν ξέρει τι θέλει ούτε πώς να φερθεί.
Δωσ’ της αλήθεια, για να σου δώσει το ψέμα. Δωσ’ της κλάμα, για να σου δώσει χαμόγελο. Δωσ’ της τη στιγμή για να σου δώσει το άπειρο. Δωσ’ της αγάπη, για να σου δώσει αγάπη. Όλα αυτά μαζί που σου φέρνουν την τρικυμία μες στην λιακάδα, την αστραπή μέσα στην έναστρη νύχτα.
Άσ’ την μονάχη μέσα στον χρόνο, μέχρι να ωριμάσει, να τιθασεύσει κάθε της επιθυμία και να υλοποιήσει κάθε της στόχο. Δεν είναι τυχαίο που θέλει να σ’ ανταμώσει όταν είσαι κι εσύ έτοιμος να την υποδεχτείς…
