Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Αν δεν περισσέψουν, δεν φτάνουν.
Έτσι είναι τα συναισθήματα.
Κι αυτός είναι νόμος απαράβατος.
Οι άνθρωποι έχουν μια παράξενη συνήθεια. Κρατούν το καλύτερο κομμάτι του εαυτού τους εκεί που πραγματικά θέλουν να είναι και μοιράζουν τα περισσεύματα παντού αλλού.
Τον χρόνο που απέμεινε.
Την ενέργεια που δεν ξοδεύτηκε.
Την προσοχή που δεν ζήτησε κανείς.
Κι ύστερα το ονομάζουν αγάπη.
Δεν είναι.
Αγάπη είναι να φτάνεις σπίτι εξαντλημένος και παρ’ όλα αυτά να θέλεις να πάρεις ένα τηλέφωνο.
Να συμβεί κάτι όμορφο και το πρώτο όνομα που σου έρχεται στο μυαλό να είναι το δικό του.
Να γελάσεις και να σκεφτείς «περίμενε να του το πω».
Όλα τα υπόλοιπα είναι διαχείριση χρόνου.
Κάποια στιγμή μεγαλώνεις αρκετά ώστε να ξεχωρίζεις τη διαφορά.
Δεν σε πληγώνει πια ότι κάποιος άργησε να απαντήσει.
Σε πληγώνει ότι ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό να απαντήσει πρώτος.
Δεν σε πειράζει που δεν βρεθήκατε.
Σε πειράζει που έπρεπε κάθε φορά να θυμίζεις την ύπαρξή σου.
Κι εκεί γίνεται η μεγαλύτερη παρεξήγηση.
Οι άνθρωποι δεν πονάνε επειδή δεν πήραν αρκετή αγάπη.
Πονάνε επειδή πέρασαν χρόνια προσπαθώντας να πείσουν τον εαυτό τους ότι τα ψίχουλα είναι γεύμα.
Ότι το «όποτε μπορώ» σημαίνει «σε θέλω».
Ότι το «μην το παίρνεις προσωπικά» δεν είναι απλώς ένας ευγενικός τρόπος να σου πουν πως προτεραιότητα είναι όλοι οι άλλοι.
Όχι.
Οι άνθρωποι που σε αγαπούν δεν είναι πιο ελεύθεροι, πιο ξένοιαστοί κι ανέμελοι.
Ούτε έχουν περισσότερο χρόνο.
Απλώς, όταν μοιράζουν τον εαυτό τους, δεν φροντίζουν να περισσέψει κάτι για σένα.
Φροντίζουν να περισσέψει κάτι από σένα μέσα τους.
Κι αυτή είναι όλη η διαφορά.
Γιατί οι σχέσεις δεν πεθαίνουν από τις μεγάλες απουσίες.
Πεθαίνουν όταν καταλαβαίνεις ότι ήσουν πάντα το κομμάτι που περίσσευε.
Και τότε, όσο κι αν πονάει, μαζεύεις την αξιοπρέπειά σου.
Γιατί τα συναισθήματα έχουν έναν κανόνα που δεν κάνει εξαιρέσεις.
Αν δεν ξεχειλίζουν, δεν υπάρχουν.
