Γράφει η Τζένη Γιαννοπούλου
Θα σου πω κάτι που δεν το λέω εύκολα. Βρίσκομαι σε εκείνη τη στιγμή που καταλαβαίνω ότι έχω ξεχάσει πώς να είμαι με κάποιον. Όχι πώς να ερωτευτώ, αυτό δεν το ξεχνάς ποτέ. Αλλά πώς να μοιράζομαι, πώς να αφήνω κάποιον να μπει στη μέση της ζωής μου, εκεί που για χρόνια έμπαινα μόνο εγώ.
Ξέρεις πώς είναι όταν μένεις πολύ καιρό μόνη. Χτίζεις έναν κόσμο στα μέτρα σου. Μαθαίνεις να γεμίζεις τον χώρο σου μόνη, να παίρνεις αποφάσεις χωρίς να ρωτάς κανέναν, να κοιμάσαι πλαγιαστά σε όλο το κρεβάτι σαν να είναι δικαίωμά σου (γιατί είναι). Κι αυτός ο κόσμος δεν είναι λάθος, φίλη μου. Τον έχτισες με κόπο και σε κράτησε όρθια. Γι’ αυτό και δεν είναι απλό να τον ξανανοίξεις σε κάποιον. Είναι να ξαναμάθεις να μοιράζεσαι έναν χώρο που έχεις συνηθίσει να είναι μόνο δικός σου.
Το πρώτο πράγμα που έρχεται δεν είναι η χαρά, είναι ο φόβος, και ξέρεις καλά ποιον εννοώ. Φόβος μη ξαναπονέσεις, φόβος μήπως έχεις ξεχάσει πώς να είσαι με κάποιον, φόβος μήπως αυτό που έχτισες μόνη σου γκρεμιστεί τη στιγμή που θα αφήσεις κάποιον άλλον να μπει μέσα. Δεν είναι υπερβολή αυτό που νιώθεις, είναι απλώς η μνήμη σου που θυμάται πόσο κόστισε την προηγούμενη φορά. Δεν χρειάζεται να τον διώξεις τον φόβο. Πες του «σε βλέπω» και προχώρα έτσι κι αλλιώς, λίγο πιο αργά, λίγο πιο προσεκτικά.
Κανείς δεν ξυπνάει έτοιμος να μοιραστεί τα πάντα. Το «μαζί» ξαναμαθαίνεται σε μικρές δόσεις. Στο να πεις σε κάποιον πώς πέρασε η μέρα σου χωρίς να νιώθεις ότι σου εισβάλλει στον χώρο. Στο να αφήσεις κάποιον να δει μια στιγμή αδυναμίας σου χωρίς να τρέξεις αμέσως να τη μαζέψεις. Στο να κάνεις έναν μικρό συμβιβασμό χωρίς να νιώσεις ότι χάνεις κομμάτι του εαυτού σου.
Κι εδώ πρόσεξε, γιατί εδώ πέφτουμε όλες. Ο πιο επικίνδυνος πειρασμός είναι να περιμένεις από τον άλλον να θεραπεύσει αυτό που η μοναξιά, ή αυτό που προηγήθηκε της μοναξιάς, άφησε ανοιχτό. Κανείς δεν μπορεί να είναι γιατρός για μια πληγή που δεν του ανήκει, όσο κι αν σ’ αγαπάει. Το «μαζί» δεν είναι το φάρμακο, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο συνεχίζεις να θεραπεύεσαι με τον δικό σου ρυθμό, έχοντας όμως κάποιον δίπλα σου αντί για απέναντί σου.
Και δεν χρειάζεται να θυσιάσεις τη δύναμη που έμαθες όσο ήσουν μόνη. Δεν πρόκειται να ξαναγίνεις «μισή» για να χωρέσεις σε ένα «όλον». Μένεις ολόκληρη, και επιλέγεις να μοιραστείς αυτή την πληρότητα με κάποιον, όχι επειδή τον χρειάζεσαι για να νιώσεις πλήρης, αλλά επειδή θέλεις να τον έχεις δίπλα σου.
Δεν υπάρχει συγκεκριμένη στιγμή που θα πεις «να το, το ξαναέμαθα». Έρχεται σιγά σιγά, σαν τη γλώσσα που ξαναθυμάσαι όταν ταξιδεύεις σε μια χώρα που κάποτε έζησες. Και μια μέρα, χωρίς να το προσέξεις, μιλάς πια χωρίς να σκέφτεσαι τη γραμματική. Έτσι έρχεται και το «μαζί». Και τότε, φίλη μου, θα ξέρεις ότι τα κατάφερες.
