Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Υπάρχουν βράδια που δε θέλω να θυμάμαι τίποτα.
Ούτε τα δύσκολα ούτε τα όμορφα. Κυρίως τα όμορφα, για να είμαι ειλικρινής. Γιατί τα δύσκολα τα γνωρίζω, τα κουβαλάω, έχω μάθει να ζω μαζί τους. Τα όμορφα είναι που με πιάνουν απροετοίμαστη. Έρχονται χωρίς να ρωτήσουν, συνήθως τις ώρες που δεν έχω άμυνες, και μου θυμίζουν μια ζωή που κάποτε μου ανήκε ολόκληρη.
Μπορεί να φταίει ένα τραγούδι. Μια μυρωδιά που πέρασε από δίπλα μου. Μια φωτογραφία που εμφανίστηκε στην οθόνη του κινητού, από εκείνες που επιμένει να μου δείχνει η τεχνολογία, λες και γνωρίζει τι αντέχω να θυμηθώ.
Και ξαφνικά επιστρέφω κάπου.
Σε μια θάλασσα που δε θυμάμαι αν ήταν τόσο γαλάζια όσο τη βλέπω τώρα στο μυαλό μου. Σε ένα τραπέζι με ανθρώπους που μιλούσαν όλοι μαζί. Σε μια νύχτα που δεν ήθελα να τελειώσει. Θυμάμαι το γέλιο μου. Αυτό το γέλιο που έβγαινε από μέσα μου χωρίς να χρειάζεται να προηγηθεί προσπάθεια.
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι πότε ακριβώς άρχισα να γελάω διαφορετικά. Δεν έχω απάντηση. Ούτε ξέρω αν υπάρχει μία.
Τελικά δεν είναι οι άνθρωποι που μου λείπουν από εκείνα τα χρόνια. Είναι ο εαυτός μου όπως ήταν τότε.
Οι αναμνήσεις έχουν μια μικρή σκληρότητα. Διατηρούν ζωντανά πράγματα που η πραγματικότητα δεν μπόρεσε ή δε θέλησε να κρατήσει. Στιγμές που κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητες. Φωνές που γέμιζαν τα δωμάτια. Μέρες που τελείωσαν χωρίς κανείς να μας προειδοποιήσει ότι δε θα επαναληφθούν.
Και το χειρότερο είναι πως τότε δεν το ξέραμε.
Δε μέναμε άλλα δέκα λεπτά στο τραπέζι. Δεν παρατείναμε εκείνη τη βραδιά. Δεν καταλαβαίναμε ότι οι πιο ασήμαντες στιγμές ήταν συχνά εκείνες που θα θυμόμασταν περισσότερο. Είχαμε την πολυτέλεια να πιστεύουμε ότι υπήρχε χρόνος.
Ίσως αυτό να είναι που πονά περισσότερο όταν θυμόμαστε. Όχι μόνο όσα χάθηκαν, αλλά η βεβαιότητα που είχαμε κάποτε ότι δε θα χαθούν.
Κι όμως, δε θα αντάλλασσα καμία από εκείνες τις στιγμές με την ησυχία της λήθης.
Ακόμη κι αν σήμερα κάποιες αναμνήσεις με πληγώνουν περισσότερο απ’ όσο με παρηγορούν, δεν μπορώ να ακυρώσω τη χαρά που κάποτε ένιωσα. Δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι δεν υπήρξαν όμορφες μέρες μόνο και μόνο επειδή η ζωή άλλαξε και μαζί της άλλαξα κι εγώ.
Υπήρξε εκείνο το απόγευμα. Υπήρξε εκείνο το γέλιο. Υπήρξε μια εκδοχή μου που δε φοβόταν τόσο πολύ το αύριο.
Κι ήταν αληθινά όλα αυτά.
Δεν πιστεύω πως οι όμορφες αναμνήσεις θεραπεύουν τη θλίψη. Μερικές φορές την κάνουν χειρότερη. Σου δείχνουν ακριβώς τι λείπει, πόσο άλλαξαν τα πράγματα, πόσο μακριά βρέθηκες από εκεί που κάποτε στεκόσουν.
Αλλά υπάρχει μια στιγμή, λίγο μετά τον πόνο της ανάμνησης, που συμβαίνει κάτι παράξενο.
Αντί να σκέφτομαι μόνο όσα δεν έχω πια, θυμάμαι ότι κάποτε τα έζησα. Ότι δεν ήταν όλα μια διαρκής αναμονή, μια απογοήτευση, ένας αγώνας να κρατήσω το κεφάλι μου έξω από το νερό.
Υπήρξαν και μέρες που η ζωή δε ζητούσε τίποτα από μένα. Μόνο να είμαι εκεί.
Και τις πιο σκοτεινές νύχτες, όταν ούτε εγώ η ίδια δεν καταφέρνω να με πείσω ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες, αυτή η σκέψη με κρατάει λίγο.
Όχι γιατί μου υπόσχεται πως θα ξαναζήσω τα ίδια.
Αλλά γιατί μου θυμίζει πως δεν ήμουν πάντα τόσο κουρασμένη. Και πως κάπου μέσα μου υπάρχει ακόμη εκείνη που ήξερε να χαίρεται, πριν μάθει να αντέχει.
