Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Μου είχες πει πως θα με βάλεις σε ένα αερόστατο να πετάξουμε πάνω από τον κόσμο, να μου δείξεις τις ομορφιές του. Μου είχες πει πως θα μου κρατούσες το χέρι για πάντα για να μην πέσω. Μου είχες πει πως θα με κοιτάς για πάντα για να μην είμαι μόνη. Μου είχες πει πως η αγάπη δεν πεθαίνει ποτέ.
Μου είχες πει μα ξέχασες να τα κάνεις πράξεις και αυτομάτως το αερόστατο ξεφούσκωσε και έμεινε μόνο του σε μια παλιά αποθήκη δίχως το φως του ήλιου, δίχως αέρα.
Το χέρι σου ξεγλίστρησε από το δικό μου και το σώμα έμεινε μοναχό να προσπαθεί να ισορροπήσει.
Τα μάτια σου ξάφνου σταμάτησαν να κοιτούν τα δικά μου και οι κόρες τους έγιναν πάλι μικρές και ίδιες με των άλλων και εγώ έμεινα μόνη και έρημη σαν τυφλή που όπου και να κοιτούσε θα ήταν το ίδιο.
Η αγάπη τελικά πέθανε και όλα άλλαξαν, τίποτα δεν ήταν το ίδιο, τίποτα δεν θύμιζε ζωή.
Από όλα αυτά το μόνο που έμεινε είναι οι μαύρες κόρες των ματιών μας, το μόνο ίδιο μα τόσο διαφορετικό.
Μου είχες πει.
