Μου χρωστάς, ζωή.
Σου χρωστάω, εαυτέ μου.
Ταμείο ανοιχτό και φύγαμε…
Γράφει η Ζωή Τριανταφυλλοπούλου
Κατακαλόκαιρο, μέσα σε έναν καύσωνα φετινό, «φρέσκο» που σου θυμίζει ξανά το άγριο της εποχής. Που τα θέλει όλα στο φως, που κατακαίει και τυφλώνει.
Και εσύ προσπαθείς να οργανωθείς, σε μια δική σου αντίστροφη μέτρηση, να πετάξεις εντέλει ρούχα σε μια βαλίτσα χωρίς σκέψη και να φύγεις γρήγορα, όπως μπορείς, από μια καθημερινότητα που κάνει φιλότιμες προσπάθειες να σε μετατρέψει σε μηχανή.
Δεν έχεις ακόμη συνειδητοποιήσει πότε πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος. Πότε έγιναν όσα έγιναν, όσα έφτιαξες, χάλασες, άντεξες, μοιράστηκες, έζησες.
Και ενώ μετράς αντίστροφα για να απενεργοποιήσεις το διακόπτη που ορίζει της κάθε μέρα σου το πήγαινε-έλα και σου κλείνει το μάτι πονηρά στη γωνία, χαζεύεις αμέριμνα στο κινητό σου. Και σκάει μπροστά σου μια λέξη παντιέρα απαγορευμένη. Ένα μεγάλο «χωρίς» σε ένα κείμενο. Και είναι σαν τσιμπιά βαρβάτη στο μάγουλο από την ξενόφερτη θεία που έχει χρόνια να σε δει.
Και πιάνεις ξαφνικά τον εαυτό σου να σκέφτεται όλα τα «χωρίς» του.
Όλα αυτά που έμαθες να ζεις μαζί τους από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου.
Χωρίς απαιτήσεις, χωρίς εγωισμούς, χωρίς να γίνεσαι βάρος — γιατί έτσι σε έπεισαν ότι ανταλλάσσεται η αγάπη.
Και να ‘σαι τώρα, στην πέμπτη δεκαετία της ζωής σου (εσύ βάλε εδώ όποιον αριθμό θες, της ταυτότητας άθροισμα είναι άλλωστε) να ψάχνεις να βρεις όλα αυτά που αφαίρεσες — με ζόρι πολλές φορές ή και καταχώνιασες κάπου και τα ξέχασες τελικά — για να χωρέσεις, για να τους κάνεις το κέφι, για να γίνεις εκείνο το παιδί που μεγάλωσε χωρίς να ζητά. Ή μάλλον, για να μάθει να μην ζητά, να μάθει να μην δημιουργεί προβλήματα, να μην έχει αναμονές, από κανέναν.
Ένα καλόβολο, συγκαταβατικό πλάσμα, στο όριο του αοράτου, που δεν πολυμιλάει αν και παρατηρεί τα πάντα, δεν συγκρούεται, δεν διαφωνεί. Μήπως δεν υπάρχει κιόλας;
Όμως για κοίτα που αυτό ακριβώς το τάχα αόρατο πλάσμα έφτασε ως εδώ σήμερα. Με νικητήριους αγώνες πολλούς, χωρίς ιδιαίτερη βοήθεια και υποστήριξη. Ούτε καν καλά-καλά παρουσία. Που έγινε πολύ νωρίς ανεξάρτητη, δημιούργησε οικογένεια, ανάστησε ένα παιδί. Που έκλεισε, πρόσφατα, έναν μεγάλο κύκλο με επιστροφή στη ρίζα που το μεγάλωσε — με επιστροφή στον εαυτό. Παρέα με πολλά ανήλικα, ακυρωμένα όνειρα. Απωθημένα, παρωχημένα, γύρευε τώρα…
Παρέα με εκείνο το παιδί που προσπαθεί να θυμηθεί ξανά τη χαρά και την ανεμελιά. Χωρίς δευτερότριτες επικριτικές σκέψεις για την ακύρωση της αδράνειας.
Να παρκάρει για τα καλά τη μυαλούδιλα και την υπερανάλυση στο ράφι του καθιστικού που πρόσφατα με πολύ κόπο ανακαίνισε, σε εκείνο το ντοσιέ με λογής σημειώσεις και εκκρεμότητες και να αράξει επιτέλους! Όχι μόνο διακοπάροντας, αλλά κυρίως ζώντας.
Χωρίς ενοχές, χωρίς «ναι μεν αλλά», με αναμονή στην υποχρέωση σε αυτό το ταλαίπωρο εαυτό. Που έχει κάνει πολύ φιλότιμη προσπάθεια να συμπορευτεί, να αντέξει, να παραμείνει παρών ακόμη και σε συνθήκες τόσο κόντρα σε αυτό που νιώθει ότι είναι.
Που μάλλον πρέπει να τον γνωρίσει ξανά. Να τον κανακέψει. Να τον αφήσει απλά να είναι. Χωρίς αποδείξεις και επιβεβαίωση.
Και να αρχίσει να εκφράζεται πάλι, να βγει από τη σιωπή, από το «χωρίς λόγο».
Με λόγο για αυτό το «είμαι καλά» — γιατί έτσι μου αρέσει.
Γιατί έχει ξεχρεώσει όλα τα «πρέπει» της ως τώρα, και με τόκους υπερημερίας μάλιστα.
Και χρωστάει πολλά στα «θέλω» της. Στα δικά της θέλω να είμαι.
Αυτά που δεν χρειάζεται να εγκρίνουν ή να συμφωνήσουν μαζί τους οι γύρω…
Μου χρωστάς, ζωή.
Σου χρωστάω, εαυτέ μου.
Ταμείο ανοιχτό και φύγαμε…
