Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Μάζεψα όλες τις δυνάμεις μου για να υποδεχτω εκείνους που θεωρούσα μέχρι σήμερα λίγους για εσένα.
Σε αγαπώ τόσο πολύ που δεν αντέχω να σε βλέπω αναμεσα σε “λίγους” να ξεχωρίζεις. Πίστεψα πως θα περάσει αυτή η μέρα όπως και οι άλλες χωρίς να λυγίσω μα ειμαι άνθρωπος. Όπως όπως μάζεψα τα λιγοστά μου πραγματα καί τα εβαλα στην τσάντα.
Ψέλλισα κάτι μισόλογα σε κάποιους σχεδόν ξένους και έτρεξα κοντά σου. Ήθελα να σε πάρω απο το χέρι και να φύγουμε μακριά απο αυτούς, δεν τους ταιριάζεις, δεν σου μοιάζουν μα η φωνή δεν έβγαινε.
Άρχισαν τα δάκρυα να κυλούν ποτάμι, κάτι είδες μα δεν πρόλαβες. Στην στροφή ήμουν πια μόνη. Είχες μείνει με τους “λίγους” για εμένα, “σημαντικούς” όπως λες για εσένα. Στην επόμενη στροφή ήμουν πια πιο μόνη απο ποτέ χωρίς εσένα.
