Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
«Σε έχω δει κάπου, κάπου σε ξέρω…» λέει ο στίχος.
Κυριακή μεσημέρι, σ’ έναν Πειραιά που δεν έχει αποφασίσει αν θέλει ήλιο ή συννεφιά. Χαζεύω τον κόσμο που περνάει, όταν το μάτι μου σταματά σε μια γνώριμη φιγούρα. Κάτι οικείο, λίγο μακρινό. Από εκείνα που αναγνωρίζεις πριν προλάβεις να θυμηθείς.
Ένας φίλος από τα παλιά. Όχι από εκείνους που κάποτε λέγαμε μια καλημέρα. Από τους άλλους. Που μοιραστήκαμε χρόνια, τραπέζια, ξενύχτια, ανθρώπους, ιστορίες που σήμερα θα χρειαζόμασταν ώρες για να εξηγήσουμε σε τρίτους. Από εκείνους που κάποτε ήξεραν τι μου συμβαίνει πριν προλάβω να τους το πω.
Και χαθήκαμε.
Δεν τσακωθήκαμε. Δεν προδώσαμε ο ένας τον άλλον. Δεν υπήρξε κάποια τελευταία κουβέντα, κάποια πόρτα που έκλεισε, κάποιος λόγος που να δικαιολογεί την απόσταση.
Απλώς έτυχε.
Τι γελοία λέξη για να χωρέσει τόσα χρόνια απουσίας.
Η ζωή έτυχε. Οι δουλειές, τα παιδιά, οι καινούριες καθημερινότητες. Ένα τηλέφωνο που θα παίρναμε αύριο, ένας καφές που θα κανονίζαμε την άλλη εβδομάδα. Κι ύστερα πέρασε τόσος καιρός που ακόμα και το να τηλεφωνήσεις άρχισε να μοιάζει κάπως παράξενο.
Κοντοστεκόμαστε. Πέντε κουβέντες όλες κι όλες. Τα δικά σου παιδιά μικρά, τα δικά μου μεγάλωσαν. Ρωτάμε για πρόσωπα γνωστά, χαμογελάμε, προσπαθούμε να χωρέσουμε χρόνια σε λίγα λεπτά. Και υπάρχει αυτή η αμηχανία. Όχι επειδή δεν γνωριζόμαστε. Επειδή γνωριζόμαστε πολύ περισσότερο απ’ όσο επιτρέπει μια τυχαία συνάντηση στον δρόμο.
Η κόρη μου παρακολουθεί. Το βλέμμα της την προδίδει. Ξέρει ποιος είναι. Έχει ακούσει ιστορίες, έχει δει φωτογραφίες, έχει ακούσει το όνομά του σε συζητήσεις. Γνωρίζει έναν άνθρωπο που δεν έχει σχεδόν συναντήσει. Κι αυτό, τώρα που το σκέφτομαι, είναι από μόνο του παράξενο. Να υπάρχει κάποιος τόσο πολύ στο παρελθόν σου και τόσο λίγο στο παρόν σου.
«Κι εγώ κοίταγα να σε δω, κάπου να σε πετύχω», μου λέει.
Χαμογελάω. Και μέσα μου σκέφτομαι πόσο παράλογο είναι να ψάχνεις τυχαία στον δρόμο έναν άνθρωπο που κάποτε ήξερες πού βρίσκεται σχεδόν κάθε στιγμή της ημέρας.
Πώς γίνονται ξένοι οι άνθρωποι που μοιράστηκαν ζωή; Πότε ακριβώς συμβαίνει; Πότε σταματάς να ξέρεις τα μικρά, τα ασήμαντα, εκείνα που τελικά αποτελούν ολόκληρη την καθημερινότητα ενός ανθρώπου; Πότε ένας άνθρωπος που κάποτε ήταν από τους πρώτους που θα έπαιρνες τηλέφωνο γίνεται κάποιος που χαίρεσαι απλώς όταν συναντάς τυχαία;
Και πριν προλάβω να τελειώσω όλες αυτές τις σκέψεις, έρχεται μια αγκαλιά.
Όχι από τις τυπικές, τις προσεκτικές, τις λίγο αμήχανες που ανταλλάσσουν άνθρωποι που έχουν καιρό να ιδωθούν.
Μια αγκαλιά από εκείνες τις παλιές. Τις δικές μας. Που δεν χρειάζεται να αποφασίσεις πώς θα σταθείς, πού θα βάλεις τα χέρια σου, πόσο θα κρατήσει.
Και για λίγα δευτερόλεπτα δεν υπάρχουν τα χρόνια που πέρασαν. Ούτε οι καφέδες που δεν ήπιαμε, ούτε τα τηλέφωνα που δεν κάναμε. Υπάρχουν μόνο δυο άνθρωποι που κάποτε υπήρξαν πολύ κοντά και το θυμούνται και οι δύο.
Τον σφίγγω λίγο περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζα.
Και ξαφνικά δεν θέλω να αναρωτιέμαι γιατί χαθήκαμε. Δεν θέλω να μετρήσω ποιος δεν πήρε τηλέφωνο, ποιος έπρεπε να είχε ψάξει τον άλλον. Δεν θέλω καν να υποσχεθούμε ότι αυτή τη φορά θα βρισκόμαστε συχνότερα.
Θέλω μόνο να μείνω για λίγο ακόμα εκεί.
Γιατί η ζωή έτυχε. Και μπορεί να ξανατύχει. Να περάσουν πάλι μήνες, χρόνια, να χαθούμε μέσα σε όλα όσα μας περιμένουν.
Αλλά εκείνη η αγκαλιά μού θύμισε κάτι που είχα ξεχάσει όσο προσπαθούσα να βρω εξηγήσεις.
Δεν γίνονται όλοι οι άνθρωποι ξένοι επειδή χάνονται.
Κάποιοι απλώς λείπουν από την καθημερινότητά σου. Όχι από τη ζωή σου.
Και το καταλαβαίνεις όταν τους ξαναβρίσκεις.
Γιατί μπορεί να έχουν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που αγκαλιαστήκατε.
Αλλά τα χέρια σας θυμούνται ακριβώς πώς γίνεται.
