Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Υπάρχουν φορές που λες «κουράστηκα» και ο άλλος ακούει «θέλω να φύγω». Μόνο που δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα.
Μπορεί να έχεις κουραστεί από μια κατάσταση, από την αναμονή, από τις ίδιες σκέψεις που γυρίζουν συνέχεια στο κεφάλι σου. Μπορεί να έχεις κουραστεί να προσπαθείς να καταλάβεις, να κάνεις υπομονή, να βρίσκεις εξηγήσεις και να λες κάθε τόσο στον εαυτό σου «λίγο ακόμα».
Και παρ’ όλα αυτά να μη θέλεις να φύγεις. Μπορεί να θέλεις απλώς κάτι να αλλάξει.
Νομίζω ότι όταν ακούμε έναν άνθρωπο να λέει πως κουράστηκε, πολλές φορές τρομάζουμε. Βιαζόμαστε να συμπληρώσουμε μόνοι μας τη συνέχεια. «Άρα δε με θέλει πια». «Άρα σκέφτεται να φύγει». «Άρα αυτό ήταν».
Και μπορεί να μην είναι καθόλου αυτό. Γιατί καμιά φορά το «κουράστηκα» δεν είναι η ανακοίνωση ενός τέλους. Είναι ένας τρόπος να πεις «κάτι πρέπει να αλλάξει» όσο ακόμα έχεις διάθεση να το προσπαθήσεις.
Έχεις μείνει πολύ καιρό μέσα σε κάτι. Έχεις προσπαθήσει. Έχεις κάνει υπομονή. Έχεις καταπιεί πράγματα, έχεις εξηγήσει άλλα, έχεις δικαιολογήσει κάποια και έχεις περιμένει να δεις αν κάτι θα αλλάξει από μόνο του.
Και κάποια στιγμή απλώς κουράζεσαι. Όχι επειδή έπαψες να αγαπάς. Ακριβώς επειδή δεν έπαψες.
Γιατί όταν κάτι δε σε αφορά πια, συνήθως δεν παιδεύεσαι τόσο να το καταλάβεις. Δεν ψάχνεις πώς θα το φτιάξεις. Δεν κάθεσαι να βρεις τις σωστές λέξεις για να μην πληγώσεις τον άλλον.
Απλώς απομακρύνεσαι.
Το δύσκολο είναι να μπορείς να πεις σε κάποιον «δεν είμαι καλά έτσι» χωρίς εκείνος να ακούσει «θέλω να φύγω».
Γιατί ανάμεσα στα δύο υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Μπορεί να σημαίνει «αντέχω, αλλά κάνε κάτι που να σε παρει ο διάολος!»
Μπορεί να σημαίνει «σ’ αγαπάω, αλλά κάτι εδώ με πονάει».
Μπορεί να σημαίνει «δε θέλω να τελειώσει, αλλά δεν μπορώ και να συνεχίσω να κάνω ότι όλα είναι εντάξει».
Και ίσως αυτό είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα στις σχέσεις. Να ακούμε αυτό που μας λέει ο άλλος χωρίς να αποφασίζουμε εμείς τι «πραγματικά» εννοεί.
Γιατί το να λες σε κάποιον «εσύ κατά βάθος θέλεις να φύγεις» ενώ εκείνος προσπαθεί να σου πει «θέλω να καταλάβω πώς συνεχίζουμε», είναι δύο τελείως διαφορετικές κουβέντες.
Και ναι, υπάρχουν φορές που κάποιος έχει κουραστεί τόσο ώστε τελικά θέλει να φύγει. Αλλά υπάρχουν κι άλλες που δε ζητά καθόλου έξοδο. Ζητά να μη χρειάζεται να κουβαλάει μόνος του όλο το βάρος.
Να νιώσει ότι δεν είναι ο μόνος που σκέφτεται, που ανησυχεί, που ψάχνει τρόπο, που προσπαθεί να δει τι γίνεται από εδώ και πέρα.
Κάποιες φορές λοιπόν το «κουράστηκα» δε σημαίνει «άφησέ με να φύγω».
Σημαίνει «δεν μπορώ να συνεχίσω να κρατάω μόνη μου κάτι που αφορά δύο»
