Γράφει ο Νίκος Θεοδωρίδης
Υπάρχουν σιωπές που είναι σαν καταφύγιο.
Που σε τυλίγουν τρυφερά και σε προστατεύουν απ’ το να ξεστομίσεις κάτι που δεν διορθώνεται.
Που σε κρατούν πίσω λίγο πριν διαλυθεί το «μαζί».
Που σου δίνουν χρόνο να σκεφτείς πριν πεις κάτι που θα πονέσει.
Είναι αυτές οι σιωπές που μοιάζουν με μια πράξη αγάπης. Μια άμυνα ενάντια στον θυμό. Μια αγκαλιά στην ψυχή σου.
Αλλά μετά υπάρχουν κι άλλες σιωπές.
Εκείνες που δεν είναι επιλογή, αλλά αποτέλεσμα.
Εκείνες που τις φόρεσες σαν άμυνα και ξέχασες να τις βγάλεις.
Εκείνες που έγιναν συνήθεια, κι άρχισες να τις αποκαλείς «ηρεμία».
Είναι η σιωπή που ήθελες να μιλήσεις αλλά δεν είχες πού.
Είναι η σιωπή που φώναζες μέσα σου αλλά δεν άκουγε κανείς.
Είναι η σιωπή που κατάπιε λόγια, όνειρα, εξηγήσεις, συναισθήματα, κι έγινε κόμπος στον λαιμό.
Και πρόσεξε. Δεν είναι όλες οι σιωπές χρυσός.
Κάποιες είναι βαθιά μαύρες.
Και όσο τις τρέφεις με «δεν πειράζει», τόσο μεγαλώνουν.
Κι όσο τις στολίζεις με χαμόγελα, τόσο ριζώνουν.
Γιατί η σιωπή σώζει, ναι.
Αλλά αν τη φορέσεις για καιρό, σε πνίγει.
Σε κάνει να ξεχάσεις πώς είναι να εκφράζεσαι.
Πώς είναι να μιλάς για όσα νιώθεις, να ζητάς, να οριοθετείς, να παραδέχεσαι.
Κι αν κάποιος σου ζητά συνέχεια τη σιωπή σου, πρόσεξε.
Δεν είναι πάντα σεβασμός. Μπορεί να είναι τρόπος να σε ελέγχει.
Να μη σ’ αφήνει χώρο να υπάρξεις.
Μίλα. Όχι για να φωνάξεις.
Αλλά για να θυμίσεις στον εαυτό σου ότι ακόμα έχει φωνή.
Και αν κάποιος δεν αντέχει τη φωνή σου, δεν ανήκει στην αλήθεια σου.
Πρόσεχε με τη σιωπή.
Μπορεί να σε σώσει.
Ή να σε καταπιεί.
