Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Πού πάνε οι έρωτες όταν τα φιλιά ξαλμυρήσουν; Όταν η γεύση τους δεν είναι πια η υπόσχεση της αρχής, αλλά μια ανάμνηση που ξεθώριασε;
Δεν χάνονται πάντα με κραυγές, προδοσίες ή φωνές. Πολλές φορές σβήνουν αθόρυβα, σαν σπίρτο που τελείωσε. Στην αρχή τρως την αλμύρα σαν απόδειξη ότι ζεις. Μετά όμως, γίνεται συνήθεια. Και η συνήθεια είναι ο πιο ύπουλος θάνατος ενός έρωτα.
Πάνε στους καναπέδες που έγιναν πιο σημαντικοί από τα όνειρα. Στα «άσε μωρέ, κουράστηκα» που γίνονται στάνταρ απάντηση. Στα βράδια που δεν καίγεσαι πια να τον δεις, αλλά μετράς πόσες σειρές έμειναν στο Netflix.
Πάνε στις σιωπές που δεν είναι άνεση αλλά αδιαφορία. Στα μηνύματα που δεν απαντάς αμέσως, όχι γιατί θες να κρατήσεις μυστήριο, αλλά γιατί δεν σε καίει πια.
Οι έρωτες δεν πεθαίνουν με μια μαχαιριά. Πεθαίνουν με μικρές γρατζουνιές κάθε μέρα. Με τις φορές που προτίμησες την ευκολία αντί για το πάθος. Με τα «θα το πω αύριο» που έγιναν ποτέ.
Κι όταν ξαλμυρήσουν τα φιλιά, δεν είναι ότι δεν υπάρχει τίποτα. Υπάρχει η συνήθεια, η ρουτίνα, το «βολεύτηκα». Μόνο που αυτό δεν είναι έρωτας. Είναι συγκατοίκηση με το παρελθόν σου.
Πού πάνε λοιπόν οι έρωτες;
Ίσως μένουν μέσα μας, κομμάτια που δεν ταλαιπωρούν άλλο την ψυχή. Ίσως κρύβονται στα τραγούδια που δεν αντέχουμε να ακούσουμε. Ίσως απλά χάνονται στη σκόνη της καθημερινότητας.
Μα ένα είναι σίγουρο, αν φτάσεις να αναρωτιέσαι πού πήγε ο έρωτας, τότε έχει ήδη φύγει.
