Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Όλα όσα υπήρξαμε, όλα όσα πιστέψαμε πως ξεχάστηκαν με τον καιρό, γύρισαν με ένα μόνο σου βλέμμα. Εκείνο το βλέμμα που ερωτεύτηκα χρόνια πριν. Εκείνο το χαμόγελο που φίλησα χρόνια πριν. Δεν χρειάστηκε τίποτα παραπάνω. Ένα δευτερόλεπτο. Μια ανάσα. Κι εκείνη η μυρωδιά που δεν άλλαξε ποτέ. Η δική μας. Κι όλος ο χρόνος που μας χώρισε έκανε πίσω, σαν να ντράπηκε για την απόσταση που έβαλε ανάμεσά μας.
Και τώρα; Τώρα είμαστε εδώ, ξανά. Στην πιο ώριμη στιγμή της ζωής μας. Δυο άνθρωποι που ξέρουν πώς πονάει το λάθος και πώς θεραπεύει η αλήθεια. Δυο άνθρωποι που κάποτε ένιωσαν οικείοι σαν σπίτι, μετά έγιναν ξένοι που αγαπιόντουσαν από μακριά, κι όμως σήμερα στέκονται ένας απέναντι στον άλλον σαν να συστήνονται πρώτη φορά. Μα πιο βαθιά. Πιο καθαρά. Πιο αληθινά.
Παράξενο; Ίσως. Μα υπάρχει μια παράξενη δικαιοσύνη στους ανθρώπους που κάποτε αγαπήθηκαν αληθινά. Επιστρέφουν διαφορετικοί, αλλά όχι άγνωστοι. Κουβαλούν πληγές που δεν είχαν τότε, αλλά και σοφία που δεν θα αποκτούσαν αλλιώς.
Ξέρω κάθε σου ρωγμή. Ξέρω τη μυρωδιά σου, ξέρω τη γεύση από τα φιλιά σου. Αλλά δεν έρχομαι να γαντζωθώ από το παρελθόν. Ξανασυστήνομαι στη γυναίκα που έγινες στα χρόνια που πέρασαν. Τη γυναίκα που έμαθε να στέκεται, να επιλέγει, να χάνει και να βρίσκει ξανά κομμάτια του εαυτού της.
Κι εγώ; Είμαι εδώ όχι γιατί επιστρέφω σε κάτι παλιό, αλλά γιατί αναγνωρίζω κάτι νέο μέσα σου που με τραβάει με την ίδια δύναμη όπως τότε. Όχι τον τότε έρωτα. Τον τώρα.
Κι αν σου απλώνω το χέρι σήμερα, είναι γιατί πιστεύω πως αυτή η δεύτερη γνωριμία είναι πιο αληθινή από την πρώτη. Και ίσως, πιο δική μας.
