Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Να το μετράς καλά το «δεν πειράζει». Δεν λέγεται ποτέ με τόσο ελαφρά τη καρδία όσο ακούγεται. Δεν είναι ποτέ τόσο λυτρωτικό όσο νομίζεις. Το «δεν πειράζει» είναι πολλές φορές συνώνυμο με τη λήξη.
Τη λήξη της προσπάθειας. Τη λήξη της προσδοκίας. Τη λήξη της επιθυμίας. Είναι ύπουλο το «δεν πειράζει», γιατί μπορεί να σε μπερδέψει, να σε παραπλανήσει. Να σου αφήσει την αίσθηση πως ό,τι έγινε, πέρασε. Πως δεν χάραξε, δεν άφησε σημάδι. Μα η αλήθεια είναι πως αφήνει πάντα.
Κάτω από κάθε «δεν πειράζει» κρύβεται μια κούραση που δεν χωράει σε λέξεις. Μια απογοήτευση που δεν δηλώνεται φωναχτά, αλλά βαραίνει τις σιωπές. Κάθε «δεν πειράζει» είναι η τελεία μετά από πολλές άνω τελείες, η στιγμή που κουράστηκες να συνεχίζεις προτάσεις που δεν οδηγούσαν πουθενά.
Είναι επικίνδυνο γιατί ακούγεται αθώο. Όπως το λες, μοιάζει σαν να το ξεπέρασες, σαν να το άφησες πίσω σου. Στην πραγματικότητα, είναι η στιγμή που το άφησες να πεθάνει μέσα σου. Κι αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το να το ξεπεράσεις. Γιατί ό,τι πεθαίνει μέσα μας, αφήνει κενό. Κι αυτό το κενό είναι που σε αλλάζει.
Το «δεν πειράζει» δεν είναι ποτέ η αρχή. Είναι πάντα το τέλος. Το τέλος μιας διαδρομής που κάποτε είχε ενθουσιασμό, προσπάθεια, ελπίδα. Κι όταν ακούγεται, είναι επειδή όλα αυτά εξαντλήθηκαν. Δεν έμεινε τίποτα να δοθεί, τίποτα να ειπωθεί, τίποτα να σωθεί.
Να το μετράς καλά, λοιπόν. Γιατί πίσω του δεν υπάρχει γυρισμός. Δεν είναι γέφυρα. Είναι κόψιμο δεσμών. Και το βάρος του είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο δείχνει.
Το «δεν πειράζει» δεν είναι ποτέ απλή φράση. Είναι η πιο κομψή μορφή αποχαιρετισμού και η πιο βαθιά έκφραση κούρασης.
