Γράφει η Ναταλία Αργυροπούλου
Για μένα η επιθυμία ήταν να παραδοθώ σε ένα άλλο πρόσωπο, χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσω αυτό που ήθελα. Όχι γιατί δεν είχα λόγια. Αλλά γιατί τα λόγια καμιά φορά χαλάνε το νόημα. Το κάνουν μικρότερο, πιο ασφαλές, πιο εύπεπτο. Κι εγώ δεν ήθελα ασφάλεια. Ήθελα αλήθεια.
Ήθελα εκείνη τη συνεννόηση που δεν περνάει από ερωτήσεις. Το βλέμμα που πιάνει τον παλμό πριν ανέβει. Το άγγιγμα που δεν ζητά άδεια, γιατί ξέρει. Την παρουσία που δεν σε στριμώχνει σε ορισμούς και δεν σε βάζει να αποδείξεις τι νιώθεις. Να είμαι εγώ, όπως είμαι, και να είναι αρκετό.
Κουράστηκα να εξηγώ. Να κάνω μεταφράσεις του εαυτού μου για να γίνομαι αποδεκτή. Να λέω τι θέλω, πώς το θέλω, γιατί το θέλω, λες και η επιθυμία χρειάζεται επιχειρήματα για να σταθεί. Η επιθυμία δεν είναι σχέδιο. Είναι ένστικτο. Κι όταν αρχίζεις να το αιτιολογείς, κάτι μέσα της χάνεται.
Δεν μιλάω για εξάρτηση. Μιλάω για εμπιστοσύνη. Για εκείνη τη σπάνια στιγμή που αφήνεσαι χωρίς φόβο, γιατί ο άλλος δεν σε πιέζει να γίνεις κάτι άλλο. Σε χωράει. Σε διαβάζει. Σε σέβεται. Και τότε η παράδοση δεν μοιάζει αδυναμία. Μοιάζει δύναμη. Μοιάζει επιλογή.
Η επιθυμία μου δεν ήταν να χαθώ. Ήταν να υπάρξω ολόκληρη, χωρίς φίλτρα, χωρίς επεξηγήσεις, χωρίς άμυνες. Να μην χρειαστεί να πω τίποτα, γιατί όλα θα ήταν ήδη ειπωμένα στον τρόπο που θα στεκόταν απέναντί μου.
Αν αυτό είναι πολυτέλεια, τότε ναι. Τη θέλω. Γιατί μόνο εκεί, στην αθόρυβη κατανόηση, η επιθυμία γίνεται αληθινή σχέση. Και μόνο τότε αξίζει να παραδοθείς.
