Γράφει ο Γιώργος Αντωνιάδης
Όχι για να θυμηθώ. Θυμάμαι έτσι κι αλλιώς. Το κουβαλάω πάνω μου, σε πράγματα άσχετα, σε στιγμές που δεν σε περιμένω. Σ’ ένα ασανσέρ, σε ένα μαξιλάρι, σε ένα πέρασμα από κάποιον στον δρόμο. Και κάθε φορά, για ένα δευτερόλεπτο, νομίζω ότι είσαι εκεί.
Και μετά φεύγει.
Κι αυτό είναι το χειρότερο. Όχι ότι χάθηκες. Ότι έμεινες με αυτόν τον τρόπο. Μισή παρουσία. Μισή ανάμνηση. Μισή αλήθεια που δεν μπορώ να πιάσω.
Να ξαναμύριζα το άρωμά σου, όχι για να γυρίσω πίσω. Δεν υπάρχει πίσω. Υπάρχει μόνο αυτό που δεν τελείωσε όπως έπρεπε. Αυτό που έμεινε ανοιχτό και κάνει κύκλους μέσα μου.
Γιατί δεν σε ξέχασα από τα μεγάλα. Από τα μικρά σε θυμάμαι. Από εκείνα που δεν φαίνονται. Από το πώς καθόσουν δίπλα μου. Από το πώς μύριζε το δέρμα σου όταν πλησίαζα. Από εκείνη τη λεπτομέρεια που δεν εξηγείται, αλλά σε δένει.
Και είναι περίεργο.
Περάσαν άνθρωποι. Ήρθαν, έφυγαν, άφησαν κάτι. Αλλά κανείς δεν είχε εκείνο το κάτι που είχες εσύ χωρίς να το προσπαθείς. Εκείνη την αίσθηση ότι όλα είναι στη θέση τους, χωρίς να χρειάζεται να το πούμε.
Ίσως γι’ αυτό μένεις.
Όχι σαν ιστορία. Σαν αίσθηση.
Και καμιά φορά, θα ήθελα μόνο αυτό. Ένα πέρασμα. Να σε προσπεράσω κάπου, να φτάσει για λίγο εκείνο το άρωμα και να ξέρω ότι δεν το φαντάστηκα.
Ότι υπήρξες.
Ότι ήμασταν.
