Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Δε με αιφνιδίασε. Δεν μπήκε σαν καταιγίδα. Ήρθε ήσυχα, όπως έρχεται το φως λίγο πριν την αυγή, χωρίς να ζητά χώρο, κι όμως φωτίζοντας τα πάντα. Δεν ένιωσα ότι με κέρδισε. Ένιωσα πως με θυμήθηκε. Σαν κάτι αρχαίο, οικείο, χαραγμένο μέσα μου πολύ πριν τον γνωρίσω.
Δε χρειάστηκε να πω ποια είμαι. Δε με ρώτησε τίποτα. Αλλά μέσα στο βλέμμα του, κάτι στη σιωπή, μου είπε «Σε βλέπω». Όχι το πρόσωπό μου. Την αλήθεια μου. Κι εκεί, σε αυτό το ήρεμο βλέμμα, η ψυχή μου ένιωσε για πρώτη φορά ότι δε χρειάζεται να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Δε χρειάζεται να αποδείξει, να φορέσει, να παίξει ρόλους. Μπορεί απλώς να είναι.
Δεν είναι εύκολο να νιώσεις ότι κάποιος σε αναγνωρίζει. Όχι για αυτό που δείχνεις, αλλά για αυτό που είσαι όταν σβήνουν όλα τα φώτα. Κι όμως, εκείνος με κοίταξε όταν δε φορούσα τίποτα παρά μόνο την αλήθεια μου. Και δεν έκανε πίσω.
Ίσως τελικά αυτό να είναι η αγάπη. Όχι να βρίσκεις κάποιον να σε ολοκληρώνει, αλλά να βρίσκεις κάποιον μέσα στον οποίο θυμάσαι ποια είσαι. Κάποιον που η παρουσία του λειτουργεί σαν καθρέφτης. Όχι που σε καθορίζει, αλλά που σου δείχνει την πιο ελεύθερη, φωτεινή εκδοχή σου. Και σε ενθαρρύνει να την πιστέψεις.
Η ψυχή δε ζητά ασφάλεια, ούτε εγγυήσεις. Ζητά αλήθεια. Αντοχή. Συνέπεια.
Δεν ξέρω πού οδηγεί αυτό. Δε με νοιάζει. Γιατί όταν κάτι είναι αληθινό, δεν έχει ανάγκη προορισμό. Απλώς είναι. Κι όσο υπάρχει, φτάνει. Κάθε στιγμή που αναπνέουμε ο ένας κοντά στον άλλον χωρίς να πνιγόμαστε, κάθε βλέμμα που λέει περισσότερα από χίλιες λέξεις, κάθε σιωπή που δε φοβίζει, είναι επιβεβαίωση πως κάτι πολύτιμο συμβαίνει.
Η ψυχή μου αναγνωρίζει τον εαυτό της στην παρουσία του. Κι αυτό, από μόνο του, είναι μια από τις πιο αθόρυβες αλλά μεγάλες νίκες της ζωής.
