Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Δίνεσαι.
Ξεδιπλώνεσαι.
Γίνεσαι ολόκληρη πέρασμα. Γέφυρα. Χτίζεις με τα κομμάτια σου έναν δρόμο για να φτάσει ο άλλος. Για να τον κάνεις να νιώσει ασφαλής. Να μην φοβάται την απόσταση, το κενό, την πτώση.
Κι εκείνος;
Ούτε που προσπάθησε να περάσει.
Ούτε που έσκυψε να δει πόσο άντεξες για να τον κρατήσεις.
Στάθηκε στην άκρη, υπολόγισε τον κόπο, και γύρισε πλάτη.
Και το χειρότερο; Δεν ήταν ότι δεν μπόρεσε.
Ήταν ότι δεν θέλησε.
Κάηκες για να κρατήσεις φωτεινή τη διαδρομή του.
Λύγισες για να του φαίνεται εύκολος ο δρόμος.
Και στο τέλος, έμεινες εσύ να μετράς το τίμημα,
να μαζεύεις τα ξύλα από την καμένη σου γέφυρα
και να προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου πως άξιζε.
Όχι, δεν άξιζε.
Δεν άξιζε εκείνος.
Γιατί όποιος σε βλέπει να γίνεσαι γέφυρα κι εξακολουθεί να στέκεται απέναντι, δεν είναι άνθρωπος που του λείπει ο δρόμος.
Είναι άνθρωπος που του λείπει η θέληση.
Κι η θέληση, αγάπη μου, είναι το μόνο που δεν μπορείς να χαρίσεις.
Πρέπει να του γεννηθεί.
Αλλιώς, χτίζεις γέφυρες για φαντάσματα.
