Γράφει η Άννα Μαρκοπούλου
Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για να μένουν. Ούτε όλα τα “εδώ” αξίζουν παραμονή. Υπάρχει μια μέρα, έρχεται σιωπηλά, που το “εδώ” γίνεται στενό. Που σε πνίγει το γνώριμο, το προβλέψιμο, το ασφαλές. Που κοιτάς γύρω και συνειδητοποιείς ότι δεν υπάρχει τίποτα πια που να σε κρατά.
Και τότε γεννιέται η πιο επικίνδυνη επιθυμία: να φύγεις.
Να πατήσεις γκάζι. Να δεις την πόλη να μικραίνει από τον καθρέφτη. Να ακούσεις τη φωνή σου χωρίς να πνίγεται σε χιλιοειπωμένες λέξεις. Να θυμηθείς ποια ήσουν πριν συνηθίσεις να “αντέχεις”.
Γιατί το “εδώ” πολλές φορές γίνεται φυλακή. Μια ρουτίνα που ντύθηκε με κανονικότητα. Ένα σπίτι που δεν έχει πια ζεστασιά. Μια σχέση που δεν έχει πια φωνή. Ένα κορμί που ζει σε standby. Και τότε, ακόμα και ένα αεροπλάνο που πετά πάνω από το κεφάλι σου, γίνεται σημάδι. Όχι γιατί θες να πας κάπου συγκεκριμένα, αλλά γιατί δεν αντέχεις άλλο το “πουθενά”.
Το να μείνεις, θέλει αγάπη. Αλλά και το να φύγεις, θέλει θάρρος. Γιατί σημαίνει πως σταματάς να περιμένεις να αλλάξει κάτι απ’ έξω και αποφασίζεις να αλλάξεις εσύ. Να πάρεις τη ζωή σου και να πας εκεί που θα νιώθεις πάλι άνθρωπος. Όχι μηχανή. Όχι ρόλος. Όχι “εντάξει”.
Ο προορισμός δεν έχει πάντα σημασία. Μπορεί να είναι μια άλλη πόλη, μια άλλη δουλειά, μια άλλη εκδοχή σου. Αυτό που έχει σημασία είναι να μη θάβεις την ανάγκη σου για εξέλιξη κάτω από το “έτσι έχουν τα πράγματα”.
Κι αν μια μέρα το “εδώ” δεν είναι αρκετό;
Μη ζητάς την άδεια κανενός.
Βγες απ’ το τιμόνι της συνήθειας και κράτα το δικό σου.
Ό,τι δεν σε κάνει να ανασαίνεις, δεν είναι σπίτι. Είναι στάση.
Κι αν μια μέρα το “εδώ” δεν είναι αρκετό;
Αντέχεις να πατήσεις το γκάζι ή θα περιμένεις να σκάσει το “κάποτε”;
