Γράφει η Σοφία Δημητρίου
Μια σκιά πίσω από το λεπτό ύφασμα. Έτσι έμοιαζες. Ένας άνθρωπος που δεν ξέρει αν θέλει να κρυφτεί ή να αποκαλυφθεί. Δεν σου έφταιξαν οι άλλοι. Όχι στ’ αλήθεια. Ό,τι έκανες, το έκανες μόνος σου, με τα ίδια σου τα χέρια. Πούλησες την ψυχή σου φτηνά, μόνο και μόνο για να πάρεις λίγη αποδοχή, δυο λόγια θαυμασμού, μια αγκαλιά που δεν άξιζε τον κόπο.
Κι όσο έδινες, τόσο μίκραινες. Κάθε φορά που κατέβαζες το κεφάλι, κάθε φορά που έλεγες «δεν πειράζει», ένα κομμάτι σου έσπαγε. Ώσπου έμεινες μισός, να κοιτάζεις τον καθρέφτη και να μην αναγνωρίζεις τίποτα. Να ψάχνεις στα μάτια σου τη σπίθα που είχες μικρός, τότε που δεν φοβόσουν να απαιτείς, να διεκδικείς, να κρατάς τα όριά σου.
Η αλήθεια είναι πως δεν σε πρόδωσαν. Εσύ πρόδωσες εσένα. Τον πρόδωσες όταν έβαλες τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές σου. Όταν δέχτηκες τη σιωπή αντί για την αλήθεια, την κοροϊδία αντί για τον σεβασμό. Όταν πείσες τον εαυτό σου πως έπρεπε να υπομείνεις για να μην είσαι μόνος.
Κι έμεινες τελικά πάλι μόνος. Όχι γιατί έφυγαν. Αλλά γιατί έχασες κάθε λόγο να στέκεσαι περήφανος μπροστά τους.
Μη ζητάς άλλο συγγνώμη από σένα. Δεν την έχει ανάγκη. Εκείνος ο άνθρωπος πίσω απ’ το πέπλο, με τις μαύρες σκιές στα μάτια, είναι ακόμα εδώ. Σε περιμένει να τον μαζέψεις. Να τον πιάσεις απ’ τον ώμο και να του πεις «Φτάνει». Φτάνει να σε φθείρεις. Φτάνει να σε ξεπουλάς. Φτάνει να ψάχνεις την αξία σου σε χέρια ξένα.
Σήκω. Σιδέρωσε τη μορφή σου. Ντύσου με την περηφάνια που άφησες να σκονίζεται. Γιατί όσο κι αν έμαθες να κρύβεσαι, πάντα θα έρχεται η στιγμή που το ύφασμα θα πέφτει και θα φαίνεσαι καθαρά. Τότε να μπορείς να αντικρίσεις τον εαυτό σου χωρίς ντροπή.
