Γράφει η Ιωάννα Ανδριανού
Κάποτε σου υποσχέθηκα. Κι αν το σκεφτώ τώρα, δεν θυμάμαι καν πώς ακριβώς το είπα. Δεν ήταν κάτι προσεκτικά διατυπωμένο, ούτε κάτι που είχα σχεδιάσει. Βγήκε από μέσα μου σαν κάτι αυτονόητο. Σαν να σου έλεγα ότι θα αναπνέω.
Σου υποσχέθηκα ότι θα είμαι εκεί.
Και ήμουν. Όχι όπως φαίνεται απ’ έξω. Όχι με εντυπωσιακούς τρόπους. Ήμουν στις λεπτομέρειες. Στα μικρά που δεν τραβάνε προσοχή. Στις στιγμές που δεν ζητάνε χειροκρότημα. Στις φορές που σε καταλάβαινα χωρίς να χρειαστεί να μιλήσεις. Στις φορές που σε περίμενα χωρίς να στο πω.
Έμεινα ακόμα κι όταν δεν ήσουν εύκολος. Ακόμα κι όταν απομακρυνόσουν, όταν άλλαζες, όταν δεν ήξερα αν με χωράς πια στην ίδια σου τη ζωή. Δεν έμεινα γιατί δεν έβλεπα. Έμεινα γιατί θυμόμουν.
Θυμόμουν ποιος ήσουν όταν σε γνώρισα. Θυμόμουν τι είχαμε όταν δεν υπήρχαν σκιές. Και πίστεψα ότι αν κρατηθώ λίγο ακόμα, θα επιστρέψουμε εκεί. Ήταν λάθος μου αυτό. Όχι γιατί δεν άξιζε. Αλλά γιατί οι άνθρωποι δεν γυρίζουν πίσω μόνο και μόνο επειδή το θέλεις εσύ.
Κάπου εκεί άρχισα να κουράζομαι.
Όχι από σένα. Από την προσπάθεια να κρατήσω κάτι που είχε αρχίσει να φεύγει χωρίς να το παραδέχεται κανείς μας. Να στέκομαι σε μια υπόσχεση που είχα δώσει όταν ήμασταν άλλοι άνθρωποι. Να επιμένω σε μια εκδοχή μας που δεν υπήρχε πια.
Και τότε κατάλαβα κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ.
Ότι το “θα είμαι εκεί” δεν σημαίνει να μένεις με κάθε κόστος. Σημαίνει να είσαι εκεί όσο υπάρχει και ο άλλος. Όσο υπάρχει εκείνο το “μαζί” που κάνει την υπόσχεση ζωντανή.
Όταν αυτό χαθεί, η υπόσχεση δεν κρατιέται. Σέρνεται.
Δεν σε άφησα γιατί δεν σε αγάπησα αρκετά. Σε άφησα γιατί κάποια στιγμή ήμουν μόνη μου μέσα σε αυτό που είχα υποσχεθεί.
Κάποτε σου υποσχέθηκα.
Και την τίμησα μέχρι το σημείο που σταμάτησε να είναι αλήθεια και για τους δυο μας.
