Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Υπήρξε μια περίοδος που γελούσε χωρίς να το σκέφτεται. Που τα μάτια της έλαμπαν μόνα τους, χωρίς προσπάθεια. Τότε που η χαρά δεν χρειαζόταν εξήγηση. Τώρα αυτό το τότε της φαίνεται μακρινό. Όχι σαν ανάμνηση. Σαν προηγούμενη εκδοχή του εαυτού της, που έμεινε πίσω και δεν γύρισε ποτέ.
Η ζωή δεν της ζήτησε άδεια. Της φόρτωσε βάρος και της είπε προχώρα. Και προχώρησε. Μόνη. Με ανθρώπους γύρω της που έμοιαζαν παρόντες αλλά ήταν απλώς θεατές. Πρόσωπα που ήξεραν να μιλούν αλλά όχι να ακούνε, κι ακόμα κι όταν άκουγαν, δεν ένιωθαν. Που κάποτε ακουμπούσαν πάνω της για παρηγοριά και μετά έκαναν πίσω, λες και η δική της πτώση τους εξέθετε.
Έμαθε τι σημαίνει μοναξιά όχι όταν έμεινε χωρίς κόσμο, αλλά όταν κατάλαβε ποιοι δεν ήταν ποτέ πραγματικά εκεί. Εκεί, κάπου ανάμεσα στην απογοήτευση και τον θυμό, γεννήθηκε το πείσμα. Όχι το θεαματικό. Το αθόρυβο. Εκείνο που δεν κάνει δηλώσεις, αλλά αντέχει.
Τα βράδια χουχούλιαζε μόνη της. Όχι από αδυναμία. Από ανάγκη. Προσπαθούσε να ησυχάσει το μυαλό της, να μαζέψει τα κομμάτια, να μην χαθεί μέσα σε όσα δεν ειπώθηκαν. Κι έπειτα ξημέρωνε. Και φορούσε ξανά τη μάσκα. Τη λειτουργική. Την «είμαι καλά». Έπαιζε τον ρόλο της με ακρίβεια. Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ πόσο κουρασμένη ήταν.
Μέχρι που ένα βράδυ δεν έκλαψε. Όχι γιατί δεν πονούσε. Αλλά γιατί είχε κουραστεί να πονάει με τον ίδιο τρόπο. Κι εκεί έγινε η αλλαγή. Σιωπηλά. Χωρίς χειροκρότημα. Χωρίς ανακοινώσεις. Χωρίς συζητήσεις και διαπραγματεύσεις.
Δεν έγινε άτρωτη. Έγινε καθαρή. Κατάλαβε ποιοι χωράνε και ποιοι περισσεύουν. Ποιοι μιλούν για δύναμη για να μην προσφέρουν στήριξη. Και προχώρησε. Όχι πιο χαρούμενη. Πιο σταθερή.
Σήμερα δεν χαμογελά όπως παλιά. Χαμογελά αληθινά. Και αυτό αρκεί.
