Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Έλα να αναμετρηθούμε.
Από τη μία οι μνήμες κι από την άλλη ο χρόνος.
Οι μνήμες που χτίσαμε κι οι άλλες, οι κενές. Εκείνες που ο χρόνος τις θόλωσε με το πέρασμά του.
Και ξέρεις ποιος κερδίζει συνήθως;
Κανείς.
Γιατί οι αληθινές μνήμες δεν πεθαίνουν ποτέ κι ο χρόνος δεν σταματά ποτέ να περνά.
Μένουν εκεί, απέναντι ο ένας από τον άλλον, σαν δύο παλιοί αντίπαλοι που έχουν κουραστεί να πολεμούν.
Υπάρχουν αναμνήσεις που τις θυμάσαι ολόκληρες. Με χρώματα, μυρωδιές, λέξεις, βλέμματα. Θυμάσαι ακόμη πώς έπεφτε το φως σε ένα δωμάτιο, πώς ακούστηκε ένα γέλιο, πώς χτύπησε η καρδιά σου σε μια στιγμή που τότε δεν ήξερες ότι θα κουβαλάς για χρόνια.
Και υπάρχουν κι εκείνες οι άλλες.
Οι μισές.
Οι φαγωμένες από τον καιρό.
Οι αναμνήσεις που έμειναν σαν παλιές φωτογραφίες ξεχασμένες στον ήλιο. Ξέρεις ότι υπήρξαν, αλλά δυσκολεύεσαι πια να ξεχωρίσεις τα πρόσωπα.
Το παράξενο είναι πως δεν πονάμε γι’ αυτά που θυμόμαστε.
Πονάμε γι’ αυτά που ξεχνάμε.
Για εκείνα που κάποτε ήταν ολόκληρος κόσμος και σήμερα είναι μια αίσθηση χωρίς όνομα.
Ένα κενό.
Μια σκιά.
Ένα «κάτι» που δεν μπορείς να εξηγήσεις.
Κι όσο μεγαλώνουμε, τόσο καταλαβαίνουμε πως ο χρόνος δεν έρχεται να μας πάρει μόνο ανθρώπους.
Έρχεται να μας πάρει εκδοχές του εαυτού μας.
Παλιές βεβαιότητες.
Παλιούς έρωτες.
Παλιές αθωότητες.
Κι εμείς μένουμε στη μέση να μετράμε τι χάθηκε και τι άντεξε.
Και τότε συνειδητοποιούμε κάτι σκληρό και όμορφο μαζί.
Ότι η ζωή δεν είναι οι άνθρωποι που κράτησες.
Είναι οι μνήμες που άντεξαν να μείνουν όταν εκείνοι έφυγαν.
Κι αν τελικά πρέπει να διαλέξω στρατόπεδο σε αυτή την αναμέτρηση, θα σταθώ πάντα με τις μνήμες.
Γιατί ο χρόνος περνά.
Αλλά κάποιες μέρες, μια στιγμή αρκεί για να τον νικήσει.
