Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Ξέρεις ποιο είναι το πιο παράξενο; Ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι δυστυχισμένοι επειδή τους συνέβη κάτι τρομερό. Είναι δυστυχισμένοι από συνήθεια. Ξυπνάνε το πρωί και πριν καν πιουν καφέ, έχουν ήδη βρει τρία πράγματα να τους φταίνε. Ο καιρός, η δουλειά, η κυβέρνηση, ο σύντροφος, οι φίλοι, η κίνηση, η ζωή η ίδια. Και κάπως έτσι, μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο, η μιζέρια σταμάτησε να είναι συναίσθημα. Έγινε ταυτότητα. Έγινε επάγγελμα. Έγινε ο τρόπος που συστήνονται οι άνθρωποι στον κόσμο.
Λες και φοβόμαστε τη χαρά. Λες και αν παραδεχτούμε ότι κάτι πάει καλά, θα μας το πάρει πίσω η ζωή από γινάτι. Και ξαφνικά βλέπεις ανθρώπους να έχουν υγεία, φίλους, σπίτι, ανθρώπους που τους αγαπούν και να συμπεριφέρονται σαν να κουβαλούν όλο το βάρος του πλανήτη στους ώμους τους. Όχι γιατί δεν έχουν προβλήματα. Προφανώς και έχουν. Όλοι έχουμε. Αλλά γιατί έχουν ξεχάσει να κοιτάζουν οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτά.
Έχουμε γίνει συλλέκτες παραπόνων. Καταγράφουμε σχολαστικά κάθε στραβή της ζωής και προσπερνάμε βιαστικά ό,τι όμορφο συμβαίνει, λες και είναι υποχρεωμένο να υπάρχει. Σαν να μας χρωστάει η ζωή τα ηλιοβασιλέματα, τις αγκαλιές, τα γέλια, τους ανθρώπους που μένουν. Σαν να είναι όλα δεδομένα και μόνο οι δυσκολίες άξιες προσοχής.
Και το τραγικό είναι ότι η μιζέρια είναι μεταδοτική. Μπαίνει σε παρέες, σε σπίτια, σε οικογένειες και κάθεται στο τραπέζι σαν μόνιμος καλεσμένος. Κανείς δεν τη διώχνει. Γιατί όλοι την αναγνωρίζουν. Όλοι μιλούν τη γλώσσα της. Είναι η πιο εύκολη συζήτηση του κόσμου να βρεις κάποιον να συμφωνήσει μαζί σου για το πόσο χάλια είναι όλα.
Κάποτε οι άνθρωποι δούλευαν για να ζήσουν. Τώρα πολλοί ζουν για να παραπονιούνται. Και κάπου εκεί χάνεται το παιχνίδι. Όχι επειδή η ζωή έγινε πιο δύσκολη. Αλλά επειδή ξεχάσαμε να αναγνωρίζουμε αυτά που την κάνουν να αξίζει.
Κι αυτή δεν είναι ατυχία. Δεν είναι αδικία. Δεν είναι η μοίρα μας.
Είναι η αποτυχία μας.
