Γράφει η Ελένη Σάββα
Ζόρικα! Ζόρικα τα βράδια που γυρνάς στο μυαλό μου. Πολύ. Ξαφνικά το μυαλό μου γίνεται μια μικρή πόλη, που συγκεντρώνει όλους τους τόπους όπου ζήσαμε για λίγο εμείς. Πονάει.
Κάπου σ’ αυτά τα δρομάκια που σχηματίζονται, είσαι κι εσύ. Αχνοφαίνεσαι, κι εγώ σε βλέπω από μακριά. Κάνω να σου φωνάξω, μα η φωνή μου δεν βγαίνει και πανικοβάλλομαι.
Δεν μπορεί λέω, δεν μπορεί να μην με ακούει, πρέπει να με ακούσει, πρέπει να προλάβω. Αρχίζω να περπατάω, στην αρχή πιο γρήγορα κι ύστερα πιο αργά, με κομμένη ανάσα, μα δεν σε φτάνω ποτέ.
Όλο νομίζω πως σε πλησιάζω, μα μόλις πλησιάσω αρκετά, εσύ χάνεσαι ξανά σε κάποιο στενό, στέκεσαι εκεί και μου χαμογελάς.
Απομακρύνεσαι, μα πάντα στέκεσαι κάπου που φαίνεσαι από μακριά. Ηθελημένα ή όχι, δεν μπορώ να σε βγάλω απ’ το μυαλό μου, απ’ τη ματιά μου.
Ζόρικα! Ζόρικα αυτά τα βράδια. Στο τέλος, μου μένει μόνο η εικόνα σου από μακριά. Μου μένει η λαχτάρα, η αγωνία κι η κούραση, η κούραση απ’ την προσπάθεια να σε φτάσω. Μα πάνω από όλα, η απογοήτευση. Η απογοήτευση, που ακόμα μια βραδιά δεν κατάφερα να βρεθώ κοντά σου, όσο κοντά κι αν βρισκόσουν εσύ. Για ακόμη μια βραδιά, δεν κατάφερα να είμαι στην αγκαλιά σου, δεν ένιωσα τους χτύπους της καρδιάς σου.
Κάτι τέτοια βράδια είναι που η καρδιά πονάει όσο το μυαλό σκέφτεται. Και το μυαλό, σκέφτεται πολυ, κι ο πόνος όλο μεγαλώνει. Μακάρι λέω, μακάρι να μπορούσα να το σβήσω για λίγο το μυαλό. Να μην δημιουργεί εικόνες, να μη με βασανίζει, να με ηρεμεί. Μα μετά πώς θα σε βλέπω; Πως θα έρχομαι έστω κι ελάχιστα κοντά σου; Πώς θα βλέπω έστω από απόσταση το χαμόγελο σου; Το αντέχω να μην το ξαναδώ;
Ζόρικα, αλλά δικά μου αυτά τα βράδια. Ολόδικα μου. Εγώ τα διαλέγω. Εγώ διαλέγω πώς θα τα ζήσω, αυτή είναι αλήθεια. Το ξέρω, το ξέρω πως όταν αποφασίσω εγώ να κλείσω το φως στους δρόμους, τότε θα εμφανιστούν ξαφνικά άλλοι, χωρίς εσένα, ίσως και πιο φωτεινοί. Μόνο όταν το αποφασίσω.
