Γράφει η Αστέρω
Το πρόβλημα όταν θυμηθείς ποια είσαι δεν έγκειται στο τι κάνεις. Έγκειται στο ότι πιστεύεις πως μπορείς να το κάνεις. Κι εκεί κρύβεται όλη η μάχη.
Το «τι κάνεις» μπορεί να μην άλλαξε καθόλου. Ίδιοι δρόμοι, ίδιες κινήσεις, ίδια μέρα. Αλλά κάτι μέσα σου οπλίστηκε ξανά. Και το νιώθουν όλοι πριν καν ανοίξεις το στόμα σου.
Σαν χρονομηχανή, γυρνάς πίσω. Όχι σε εποχή. Σε πολεμίστρια. Στις εργοστασιακές σου ρυθμίσεις. Εκεί που στεκόσουν πριν σε πείσουν να ζητάς άδεια για να πάρεις χώρο. Πριν μάθεις να χαμηλώνεις τη φωνή σου. Πριν αρχίσεις να αμφισβητείς κάθε ένστικτο που κάποτε ήταν σπαθί στο χέρι σου.
Και οι άλλοι απορούν. «Πού ήσουν τόσο καιρό;» ρωτάνε, σαν να έλειψες σε ταξίδι. Δεν έλειψες. Πολέμησες. Μόνη σου, χωρίς σύμμαχο, ενάντια σε φωνές που σου είπαν πως ήσουν λίγη. Και για ένα διάστημα, έχασες. Ή έτσι νόμισες.
Δεν επιστρέφεις με πυροτεχνήματα. Επιστρέφεις όπως επιστρέφει κάποιος από μάχη. Σιωπηλά, στητή, χωρίς να χρειάζεται να ανακοινώσει τίποτα. Αρχίζεις να λες όχι εκεί που πριν έλεγες ναι από φόβο. Ζητάς εκεί που πριν έμενες σιωπηλή, περιμένοντας να σου δοθεί ελεημοσύνη.
Δεν είναι έπαρση αυτό. Είναι εξοπλισμός. Θυμήθηκες τι κρατούσες πριν σου το πάρουν κομμάτι-κομμάτι, τόσο αργά που δεν το κατάλαβες καν.
Η μάχη δεν είναι απέναντι σε κανέναν άλλον. Είναι απέναντι στη συνήθεια να μαζεύεσαι. Γιατί το να θυμηθείς ποια είσαι δεν είναι μαλθακή διαδικασία. Είναι σύγκρουση καθημερινή. Ενάντια στη φωνή που λέει «μην το ρισκάρεις». Ενάντια στα χρόνια που σε έμαθαν να ζητάς συγγνώμη πριν καν μιλήσεις. Ενάντια στην άνεση του να μένεις μικρή, γιατί εκεί, τουλάχιστον, δε σε πυροβολεί κανείς.
Δε χτίζεις κάτι καινούριο. Ξαναπαίρνεις έδαφος που ήταν πάντα δικό σου, κάτω από στρώματα φόβου που φόρεσες σαν πανοπλία λάθος μεγέθους. Δεν αποδεικνύεις τίποτα σε κανέναν. Απλώς σταματάς να υποχωρείς.
Κι όταν επιτέλους επανέρχεσαι στις εργοστασιακές σου ρυθμίσεις, δε χρωστάς εξήγηση σε όσους απόρησαν πού ήσουν. Δεν τους χρωστάς ιστορία, ούτε δικαιολογία, ούτε συγγνώμη που άργησες.
Χρωστάς μόνο στον εαυτό σου ένα πράγμα. Να μην ξαναδώσεις έδαφος χωρίς μάχη.
Γιατί ξέρεις πια πόσο κοστίζει να λείπεις από τη δική σου ζωή. Και δεν είναι τίμημα που θα ξαναπληρώσεις ό,τι κι αν σου κοστίσει αυτή τη φορά να μείνεις.
