Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Να θυμάσαι πως είσαι υπεύθυνος για ό,τι είπες. Όχι για ό,τι κατάλαβαν οι άλλοι. Γιατί οι λέξεις έχουν τάξη, έχουν λογική. Μπαίνουν στη σειρά και προσπαθούν να εξηγήσουν. Μα ο έρωτας δεν ήταν ποτέ καλός στις εξηγήσεις. Κι εσύ, αγάπη μου, στάθηκες μπροστά μου και μου ζήτησες «ελευθερία». Μα ελεύθερη ήσουν πάντα.
Ελεύθερη να φεύγεις χωρίς να δίνεις αναφορά, ελεύθερη να γυρνάς χωρίς να ζητάς άδεια, ελεύθερη να σκορπίζεσαι και να μαζεύεσαι ξανά. Ελεύθερη να δοκιμάζεις τον κόσμο και να κρατάς μέσα σου εκείνο το κομμάτι που δεν ανήκε πουθενά αλλού.
Κι ελεύθερα επέλεξες να με κοιτάς στα μάτια. Και για μια στιγμή, όλα όσα είχες πει άρχισαν να χάνουν τη δύναμή τους. Γιατί τα μάτια δεν ξέρουν να λένε ψέματα όταν έχουν αγαπήσει. Δεν κρύβονται πίσω από λέξεις που βολεύουν. Δεν σου είπα τίποτα. Γιατί κάποιες αλήθειες δεν θέλουν διάλογο, θέλουν μόνο να υπάρξουν.
Και μετά ήρθε εκείνο το φιλί. Όχι σαν τέλος, ούτε σαν λύτρωση, ούτε σαν «αντίο». Ήταν ένα φιλί που δεν έκλεινε τίποτα. Ένα φιλί που άφηνε μια πόρτα μισάνοιχτη χωρίς να το παραδέχεται. Από εκείνα που δεν σε αφήνουν να προχωρήσεις ήσυχος, γιατί κάτι μέσα σου ξέρει πως δεν τελείωσε. Ήταν ένα φιλί που έλεγε «θα με ξαναβρείς». Όχι σήμερα, όχι αύριο, όχι όταν το θες, αλλά όταν δεν θα μπορείς άλλο να κάνεις ότι δεν θυμάσαι.
Γιατί μπορείς να πεις «φεύγω». Μπορείς να πεις «θέλω να είμαι ελεύθερη». Μπορείς να πεις ό,τι σε προστατεύει εκείνη τη στιγμή. Αλλά το φιλί δεν προστατεύει κανέναν. Δεν διαπραγματεύεται, δεν προσποιείται, δεν φοβάται την ευθύνη. Λέει την αλήθεια όπως είναι. Και η αλήθεια σου εκείνη τη στιγμή δεν ήταν η φυγή. Ήταν η επιστροφή.
Κι έτσι θα ξέρεις και θα ξέρω. Πως ό,τι κι αν ειπώθηκε, ό,τι κι αν γίνει, όσα κι αν προσπαθήσουμε να πείσουμε τον εαυτό μας, υπάρχει κάτι ανάμεσά μας που δεν τελειώνει με αποφάσεις. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν. Και υπάρχουν κι εκείνοι που, όσο κι αν φύγουν, δεν τελειώνουν ποτέ.
Κι εμείς… δεν τελειώσαμε.
