Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Δε σου γράφω για να πω κάτι μεγάλο.
Σου γράφω για να πω κάτι ξεκάθαρα.
Όταν ήρθες στη ζωή μου δεν ήρθες να την αναστατώσεις. Δεν ήρθες να αλλάξεις τα πράγματα. Τα πράγματα ήταν ήδη στη θέση τους. Απλώς στάθηκες κι εσύ σωστά. Κι αυτό έκανε τη διαφορά.
Δε με βρήκες μισή.
Δε με βρήκες να ψάχνω.
Με βρήκες όπως είμαι. Γυναίκα με ρωγμές, με πληγές που έχουν κλείσει στραβά, με ατέλειες που δε διορθώνονται. Δε σου ζήτησα να τις φτιάξεις. Δεν προσπάθησες. Τις δέχτηκες όπως δέχτηκες κι εμένα. Ήσυχα.
Δε μιλήσαμε πολύ.
Δε χρειάστηκε.
Η παρουσία σου δεν είχε φασαρία. Είχε βάρος. Από εκείνο το βάρος που δεν πιέζει, αλλά σε κρατάει στη θέση σου. Δεν μπήκες για να πάρεις χώρο. Μπήκες και ο χώρος τακτοποιήθηκε μόνος του.
Δε σου γράφω για έρωτα όπως τον περιγράφουν.
Σου γράφω για εκείνη την αίσθηση που σου λέει ότι μπορείς να ακουμπήσεις και να αφήσεις να σε ακουμπήσουν χωρίς να φοβηθείς. Ότι μπορείς να σταθείς χωρίς να απολογηθείς. Ότι δε χρειάζεται να κοιτάς γύρω.
Δε μου έδωσες υποσχέσεις.
Δε σου ζήτησα.
Κι αυτό για μένα λέει περισσότερα από λόγια. Γιατί οι άνθρωποι που ξέρουν πού πατάνε δε χρειάζεται να μιλάνε πολύ. Φαίνονται. Κι εσύ φάνηκες.
Όταν λέω ότι είσαι ο τελευταίος που ήρθε δεν το λέω με βάρος. Το λέω απλά. Όπως λες «έφτασα». Όχι επειδή δεν υπάρχει δρόμος παρακάτω, αλλά επειδή δε χρειάζεται να πας αλλού.
Δεν κρατάω ανοιχτές πόρτες.
Όχι από φόβο.
Από πληρότητα.
Δε συγκρίνω.
Δε μετράω.
Δε σκέφτομαι τι θα γινόταν αν.
Εδώ αυτό που υπάρχει στέκεται. Κι όταν κάτι στέκεται δε ζητά εναλλακτικές.
Είσαι ο τελευταίος που ήρθε όχι γιατί άργησες, αλλά γιατί δε χρειαζόταν άλλος.
Και είσαι ο πρώτος όχι γιατί προηγήθηκες, αλλά γιατί στάθηκες σωστά.
Δε σου ζητώ κάτι.
Δε χρειάζεται.
Σου λέω απλώς πού πατάω.
Και μένω εκεί, σταθερά.
