Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Δώσε μου μέρη να σε ξεχάσω και φρόντισε να είσαι σε όλα.
Δώσε μου Βουδαπέστη με τα φώτα της να γδύνουν τις σκιές. Να περπατάμε δίπλα στο ποτάμι και να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε ότι έχουμε ήδη χαθεί. Όχι στην πόλη. Σ’ εμάς. Δώσε μου Χανιά με ιδρωμένα βράδια, τσιγάρα στο μπαλκόνι και μπίρες στο χέρι. Τίποτα εξωτικό. Τίποτα ευγενικό. Όλα ωμά. Όλα ζωντανά.
Δώσε μου Γένοβα με τα στενά της να μοιάζουν με δικαιολογίες. Να στριμωχτούμε ανάμεσα σε ανθρώπους και λάθη, να κολλήσουμε στους τοίχους, να μυρίσει το δέρμα σου φόβο και λαχτάρα μαζί. Μην μ’ ακουμπάς τρυφερά. Άγρια θέλω. Όπως αγαπάνε όσοι ξέρουν ότι θα φύγουν.
Δώσε μου Κέρκυρα, νωχελικά, όπως γλιστράει η καλοκαιρινή νύχτα πάνω από το Λιστόν. Ένα «μείνε» στα μουλωχτά, πίσω από μια μπουκιά παγωτό. Ένα βλέμμα που να μου ξεριζώνει κάθε άμυνα. Να με πας σε κρεβάτια που δεν στρώθηκαν για έρωτα, αλλά έγιναν μάρτυρες του. Να μυρίσει η στιγμή κορμί, ιδρώτα, και «δεν ξέρω πού τελειώνεις και πού αρχίζω».
Δώσε μου μια νύχτα να σε μισήσω, κι ένα πρωινό να σε θέλω πιο πολύ απ’ όσο αντέχω. Να φύγεις και να σε κουβαλάω στις πατούσες μου, να σε πίνω απ’ τον καφέ, να σε βρίσκω σε κάθε τι που νόμιζα δικό μου.
Δώσε μου λόγο να σε διώξω και λόγο να σε κρατήσω. Και μετά, βρες τρόπο να υπάρξεις και στα δύο.
Γιατί εγώ, δεν γεννήθηκα για να ζω με το λίγο. Κι εσύ, όταν μ’ άγγιξες, το ήξερες.
