Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Μάθε να ξεχωρίζεις. Δεν είναι όλα τα χέρια το ίδιο, όσο κι αν στην αρχή μοιάζουν. Άλλος σου κρατά το χέρι για να μην πέσεις και άλλος για να μην φύγεις. Κι αυτή η διαφορά δεν φωνάζει. Φαίνεται αργά, ήσυχα, σχεδόν ύπουλα. Στο πώς νιώθεις όταν είσαι δίπλα του. Αν αναπνέεις πιο άνετα ή αν σφίγγεσαι χωρίς να το καταλαβαίνεις.
Εκείνος που σε κρατά για να μη πέσεις, δεν σε κάνει να νιώθεις χρεωμένος. Δεν σου υπενθυμίζει πόσο σου στάθηκε. Δεν σε κρατά από τον φόβο του κενού. Είναι εκεί όταν λυγίζεις και κάνει ένα βήμα πίσω όταν ξαναστέκεσαι. Δεν τον τρομάζει η δύναμή σου. Δεν τον απειλεί το φως σου. Χαίρεται που το βλέπει να δυναμώνει.
Ο άλλος κρατά σφιχτά. Πολύ σφιχτά. Σαν να φοβάται ότι αν χαλαρώσει το χέρι του, θα χαθείς. Κι ίσως να χαθεί κι εκείνος μαζί σου. Σε κοιτά με ανάγκη, όχι με χαρά. Σε θέλει για να γεμίζει τα κενά του, όχι για να περπατάτε μαζί. Στην αρχή το μπερδεύεις με πάθος. Μετά το λες αγάπη. Μέχρι που μια μέρα καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς ούτε να κάνεις βήμα χωρίς να σε τραβά πίσω.
Η αγάπη δεν είναι κράτημα. Είναι εμπιστοσύνη. Είναι να ξέρεις ότι ο άλλος μπορεί να φύγει, αλλά διαλέγει να μείνει. Όχι επειδή φοβάται, αλλά επειδή θέλει. Κι αυτό φαίνεται στο πώς σου αφήνει χώρο. Στο πώς δεν σε μικραίνει για να νιώσει μεγαλύτερος.
Μάθε να ξεχωρίζεις το χέρι που σε στηρίζει από το χέρι που σε δένει. Το πρώτο σε βοηθά να σταθείς. Το δεύτερο σε μαθαίνει να φοβάσαι το βήμα. Κι εσύ δεν γεννήθηκες για να φοβάσαι. Γεννήθηκες για να περπατάς ελεύθερα, ακόμα κι όταν κάποιος σου κρατά το χέρι.
