Γράφει η Λέλα Σακήλια
Δεν έφταιξες που ένιωσες με όλο σου το είναι.
Δεν έκανες λάθος που έδωσες χώρο, χρόνο, σώμα, ψυχή.
Απλώς, έπεσες πάνω σε ανθρώπους που δεν ήξεραν.
Ή δεν ήθελαν να μάθουν.
Ανθρώπους που κράτησαν την αγάπη σαν γλάστρα στο μπαλκόνι. Μόνο για να δείχνει όμορφη απ’ έξω. Χωρίς να την ποτίζουν ποτέ.
Ανθρώπους που θεώρησαν δεδομένο το “μαζί”, σαν κάτι που γράφτηκε μόνο του – χωρίς ιδρώτα, χωρίς θυσία, χωρίς εκείνα τα “σ’ αγαπώ” που λέγονται σιωπηλά, μέσα στη νύχτα, όταν η καρδιά βαραίνει.
Δεν έχουν όλοι την καρδιά να μείνουν.
Ούτε τη γενναιότητα να κρατήσουν το χέρι που τους δόθηκε χωρίς ανταλλάγματα.
Γιατί δεν γεύτηκαν ποτέ το βάθος του να νιώθεις.
Να σπας, να λυγίζεις, να καίγεσαι – και να παραμένεις.
Να επιλέγεις να χτίζεις αντί να φεύγεις.
Δεν έχουν δει τα μάτια τους να ψάχνουν μέσα στο πλήθος το βλέμμα που τους δίνει λόγο να συνεχίσουν.
Δεν έχουν αγαπηθεί όπως αξίζει να αγαπηθεί κάποιος: ολόκληρος, και χωρίς προϋποθέσεις.
Κι ίσως γι’ αυτό, να μην ξέρουν πώς να αγαπήσουν πίσω.
Ίσως γι’ αυτό, να μην μπορούν.
Αλλά δεν είναι δική σου δουλειά να τους μάθεις.
Δεν είναι δική σου δουλειά να μικρύνεις την ψυχή σου για να χωρέσουν εκείνοι που δεν θέλουν να μεγαλώσουν τη δική τους.
Η ζωή δεν είναι πρόβα. Δεν είναι γευσιγνωσία.
Είναι ένα άλμα στο άγνωστο. Μια παράδοση χωρίς όρους.
Κι αν δεν μπορούν να τη ζήσουν έτσι – δεν την αξίζουν.
Άσε τους να μετρούν τις μέρες με δόσεις και υποσχέσεις.
Εσύ μέτρα στιγμές. Με πάθος, με δάκρυ, με ρίγος.
Και όταν φτάσεις στο τέλος, να ‘χεις μια ψυχή που έζησε στ’ αλήθεια.
